Οι γιορτές των Χριστουγέννων
(Κριστσιούνε) και της Πρωτοχρονιάς μέχρι και των Φώτων, αναμένονταν με μεγάλη
χαρά και θρησκευτική ευλάβεια από τους κατοίκους του χωριού μας, από τα παιδιά
(για τα φραγκοδίφραγκα από τα κάλαντα!) και ιδιαίτερα από τους … χαρτοπαίκτες!
Γράφει ο Γιώργος Π. Μπαμπάνης
Πέρα από τα
κάλαντα, οι γιορτές των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων συνοδεύονταν
και από διάφορα έθιμα, τα οποία απαντώνται σε πολλές περιοχές της Ελλάδος και
στο μακρινό παρελθόν και στο χωριό μας.
Τα (βλάχικα)
κάλαντα των Χριστουγέννων στο χωριό μας, τα οποία έλεγαν οι παππούδες μας και
οι πατεράδες μας τα παλαιότερα χρόνια, είχαν μια ξεχωριστή ζεστασιά. Την
παραμονή των Χριστουγέννων, όταν γινόταν και η γουρουνοχαρά, τα αγόρια γύριζαν
όλα τα σπίτια, των οποίων οι αυλές μοσχομύριζαν από τα νόστιμα και ζεστά
κουλούρια (κουάκου) και το χριστόψωμο, που φούρνιζαν οι γιαγιάδες. Τα
παλαιότερα χρόνια οι νοικοκυραίοι έδιναν για δώρο στα παιδιά που τραγουδούσαν
τα κάλαντα κουλούρια και ντόπια γλυκά και σπανιότερα χρήματα. Σημειώνεται ότι
τότε στο χωριό μας ποτέ δεν χρησιμοποιούσαν τα παιδιά … τρίγωνα!
«Τα βλάχικα
κάλαντα της περιοχής μας είναι απλώς μια παραλλαγή των «Κόλιντα Μπάμπω ή Βάβω»
(κάλαντα της γιαγιάς), που είναι γνωστά σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας από
τη Θεσσαλία, την Ήπειρο έως τον Έβρο», μού λέει ο παππούς μου Δημήτρης Στεργίου.
Και συνεχίζει: «Την ονομασία τους την πήραν από τη λατινική λέξη calenda, που
διαμορφώθηκε από το ελληνικό ρήμα καλώ. Το έθιμο υπήρχε στην Ελλάδα πριν από τη
Ρώμη. Τα παιδιά κρατούσαν ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης, στολισμένο με καρπούς και
άσπρο μαλλί (είναι η δωρική λέξη ειρεσιώνη= έριο = μαλλί), γύριζαν και
τραγουδούσαν και τους έδιναν δώρα. Στη συνέχεια το έθιμο καθιερώθηκε και στη
Ρώμη».
Τα χριστουγεννιάτικα
κάλαντα που λέγανε στο χωριό μας και στην Παλαιομάνινα είναι τα εξής:
Κολίντι, μελίντι,
ντένι, μάϊε, κουλάκου,
κου σου τάλιεαράπου,
αράπου ντι λα ούσιε,
κου κίπουρουντικούσιε.
= Κόλιντα,
μέλιντα, (η παραμονή των Χριστουγέννων)
δωσ΄ μου, γιαγιά, κουλούρι,
γιατί θα σφάξω
τον αράπη,
τον αράπη
στην πόρτα (του σπιτιού)
με το
κουδούνι στο λαιμό.
Ρώτησα τον
παππού μου τί σημαίνει η λέξη «αράπου» που υπάρχει στα (βλάχικα)
χριστουγεννιάτικα κάλαντα και μού έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Τα (βλάχικα)
χριστουγεννιάτικα κάλαντα ξεχωρίζουν από
όλα τα άλλα κυρίως από μια λέξη που υπάρχει σε αυτά (δεν την έχω εντοπίσει έως
τώρα σε άλλα κάλαντα). Πρόκειται για τη λέξη «αράπου» (στον ελληνοβλάχικο λόγο)
= αράπης, η οποία με είχε προβληματίσει από μικρό παιδί για δύο λόγους:
Πρώτον, δεν
υπήρξε ποτέ άνθρωπος Αράπης (μελαμψός κλπ) στο χωριό μας.
Δεύτερον, δεν
είχα παρατηρήσει ποτέ ότι στην πόρτα των σπιτιών όλης της Παλαιομάνινας
στεκόταν κάποιο μαύρο ζώο (σκυλί, για παράδειγμα) ως φύλακας με κουδούνι στο
λαιμό.
Δύο ήταν οι
κυριότερες εκδοχές που επικρατούσαν για την ερμηνεία του «Αράπου». Η πρώτη
αναφερόταν σε μαύρο σκύλο ως φύλακα, ο οποίος υπάρχει στην ελληνική λογοτεχνία
(διήγημα) και η άλλη στο «θύμα» των ημερών, το γουρούνι.
Αλλά, ήταν
τόσο ασθενείς και οι δύο αυτές εκδοχές ώστε με το ζόρι γίνονταν δεκτές. Ώσπου
ανέτρεξα στη Λαογραφία, όπου βρήκα και την απάντηση. Στη Λαογραφία, λοιπόν,
«αράπης» είναι ένα φανταστικό ον, δαιμόνιο ή στοιχειό, που εμφανίζεται με
διάφορες μορφές:
-
Εμφανίζεται
ως φύλακας σπιτιών πλουτίζοντας τον οικοδεσπότη και τρώγοντας από την άλλη τους
άπληστους.
-
Εμφανίζεται
ως μελαμψός φύλακας κρυμμένων θησαυρών.
-
Εμφανίζεται
ως ρωμαλέος αντίπαλος ήρωα, τον οποίο
υπηρετεί, αφού νικηθεί από αυτόν
-
Συχνά
αναφέρεται ως φόβητρο για τα μικρά παιδιά: «φάε το φαί σου γιατί θα φωνάξω τον
αράπη» κλπ.
Όλες αυτές οι
παραπάνω ερμηνείες δικαιολογούν την αναφορά του «αράπη» στα χριστουγεννιάτικα
κάλαντα στην περιοχή μας, αφού συνδυάζει όλες τις «μορφές» του. Είναι φύλακας
σπιτιών, είναι μελαμψός φύλακας θησαυρών, είναι φόβητρο για τα παιδιά, τα
οποία, υποσυνείδητα, στα κάλαντα θέλουν να τον «σφάξουν» αν δεν δώσει η γιαγιά
κάτι από το «θησαυρό».
Έθιμα και δοξασίες
Τα κυριότερα
έθιμα των Χριστουγέννων στο χωριό μας και στην Παλαιομάνινα, όπως τα έχει διασώσει ο παππούς μου, ήταν τα
εξής:
1. Πόρκου ντι Κριστσιούνε: Εκείνο το χριστουγεννιάτικό έθιμο
που δημιουργούσε μιαν αλλόκοτη γιορτινή ατμόσφαιρα στο χωριό μας ήταν η σφαγή
του οικόσιτου γουρουνιού ή γουρουνιών τα Χριστούγεννα (Πόρκο ντι Κριστσιούνε).
Από το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων σε όλο το χωριό ακούγονταν συνεχώς
και παντού, σε όλες τις αυλές των σπιτιών και σε όλες τις γειτονιές στο
σπαρακτικό σκούξιμο των γουρουνιών, τα οποία τα έσφαζαν ή τα ίδια τα «αφεντικά»
τους ή πιο ειδικοί γείτονες ή συγγενείς. Στα χωριά μας υπήρχε κι ένα άλλο έθιμο
–δοξασία ή δεισιδαιμονία: Στα γουρούνια των Χριστουγέννων έμπηγαν ένα
σιδερικό(μαχαίρι ή πιρούνι) και ψωμί για μην τα «βαρέσει ο ίσκιος» (ξωτικό)!
Τις παραμονές
των Χριστουγέννων οι άνδρες μαζεύονταν και συνεννοούνταν για τις γουρνοχαρές.
Ακόνιζαν τα μαχαίρια και τους μπαλτάδες, ενώ οι γυναίκες ετοίμαζαν τις τάβλες,
τα ταψιά, τα καζάνια. Το πρωί, παραμονή ή προπαραμονή των Χριστουγέννων έφταναν
στο σπίτι οι άνδρες που θα έσφαζαν το γουρούνι. Η νοικοκυρά τους έφτιαχνε καφέ
και τους κερνούσε λίγο ούζο. Στη συνέχεια, οι άνδρες αφού έστριβαν τσιγάρο,
σκούμπωναν τα μανίκια και τραβούσαν για το κουμάσι. Η νοικοκυρά πιο πέρα,
περίμενε με το βραστό νερό για το κεφάλι του γουρουνιού (γουρνοκέφαλο). Ο πιο
ψύχραιμος άνδρας έμπαινε μέσα στο κουμάσι με ένα κομμάτι χοντρό σκοινί (τριχιά)
και μαζί με τους υπόλοιπους το τραβούσαν έξω από το κουμάσι. Το γουρούνι
καταλάβαινε ότι έφτανε το τέλος του και άρχιζε να ουρλιάζει δυνατά ωσότου η λάμα του μαχαιριού μπει βαθιά στο
λαιμό του και κόψει το νήμα της ζωής του. Σχεδόν την ίδια ώρα ακουγόταν
ουρλιαχτά γουρουνιών απ' όλες τις αυλές των σπιτιών του χωριού.

Το λιωμένο
λίπος το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πιθάρια, και, αφού πάγωνε, διατηρούνταν
σχεδόν όλο το χρόνο. Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό, αλλά ο καλύτερος
μεζές του ήταν ο σουφλιμάς και, φυσικά τα γνωστά νόστιμα χωριάτικα λουκάνικα
που παρασκεύαζαν με μεγάλη επιμέλεια.
3. Η γουρνόφουσκα:
Τα παιδιά, παρακολουθούσαν όλη αυτή την
«άγρια» διαδικασία και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Πέρα από ότι θα τρώγαμε
περισσότερο … κρέας τις ημέρες αυτές, περιμένανε με αγωνία να ολοκληρωθεί η διαδικασία
της σφαγής για να πάρουνε την … πολυπόθητη … γουρνόφουσκα! Ήταν η … ουροδόχος
κύστις του γουρουνιού την οποία φουσκώνανε και παίζαμε είτε ως μπαλόνι είτε ως
… μπάλα!!!
4. Το
Χριστόψωμο: Το
«ψωμί του Χριστού» το έφτιαχνε, την παραμονή των Χριστουγέννων, η νοικοκυρά με
ιδιαίτερη ευλάβεια και με ειδική μαγιά. Απαραίτητος στη μέση, επάνω, ο σταυρός από ζυμάρι. Γύρω - γύρω διάφορα
διακοσμητικά στο ζυμάρι ή πρόσθετα στολίδια, ανάλογα με το μεράκι ή τις
οικογενειακές παραδόσεις της νοικοκυράς. Αυτά τόνιζαν το σκοπό του χριστόψωμου
και εξέφραζαν τις διάφορες πεποιθήσεις των πιστών. Την ημέρα του Χριστού, ο
νοικοκύρης έπαιρνε το χριστόψωμο, το σταύρωνε, το έκοβε και το μοίραζε σ’ όλη
την οικογένειά του και σε όσους παρευρίσκονταν στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
(Μερικοί εδώ βλέπουν ένα συμβολισμό της Θείας κοινωνίας. Όπως ο Χριστός έδωσε
τον άρτον της ζωής σε όλη την ανθρώπινη οικογένειά του...).
5. Το
Ύψωμα: Με
διαφορετική επιμέλεια και «αώτο» (ομηρική λέξη), δηλαδή προζύμι, οι νοικοκυρές
παρασκεύαζαν το Ύψωμα για τους νεκρούς, το οποίο, κομμάτια – κομμάτια το
πρόσφεραν σε όλους και, φυσικά, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
6. Γευστικά
κουλουράκια: Την
παραμονή των Χριστουγέννων οι αυλές των σπιτιών μοσχομύριζαν από τα κουλουράκια
που έψηναν οι νοικοκυρές στους φούρνους και που έδιναν και στα παιδιά που
έλεγαν τα κάλαντα. Είχαν διάφορα σχήματα και στολίδια.

8. Γιαούρτια: Όσοι είχαν αιγοπρόβατα
παρασκεύαζαν απαραιτήτως σε μεγάλες κατσαρόλες γιαούρτι, το οποίο μοίραζαν και
σε οικογένειες που δεν είχαν τη δυνατότητα αυτή.
10. Μακαρονόπιττα:. Τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά οι Ριμένες παρασκεύαζαν, μαζί με τα χοιρινά κοψίδια και άλλα φαγητά, και την περίφημη νόστιμη βλάχικη μακαρονόπιτα. Ήταν νόστιμη γιατί, πέρα από την επιτηδευμένη παρασκευή (παραδοσιακό φύλλο, παραδοσιακό ψήσιμο κλπ), περιείχε και νόστιμα, υγιεινά και παραδοσιακά τυροκομικά και άλλα υλικά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου