Αρχαία Στράτος: Η ισχυρή πρωτεύουσα των Αρχαίων Ακαρνάνων.

 Αφιέρωμα στη  σπουδαιότερη αρχαία πόλη της Ακαρνανίας με τα επιβλητικά τείχη της, το αρχαίο θέατρο, την αρχαία Αγορά και τον  Ναό του Δία

Γράφει ο Γιώργος Π. Μπαμπάνης



Ο Θεός Δίας κατά την αρχαιότητα ήταν ο πατέρας των Θεών και των ανθρώπων.  Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αφιερώσει ναούς προς τιμήν του. Συγκεκριμένα , ο Ναός του Ολυμπίου Διός ή Ολυμπιείο, στην καθομιλουμένη, αναφερόμενος ως Στήλες ή Στύλοι του Ολυμπίου Διός,[1] είναι σημαντικός αρχαίος ναός στο κέντρο της Αθήνας. Παρότι η κατασκευή του ξεκίνησε τον 6ο αιώνα π.Χ., δεν ολοκληρώθηκε παρά επί του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού τον 2ο αιώνα μ.Χ.. Αποτέλεσε τον μεγαλύτερο ναό της Ελλάδας κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους.
Επίσης, στην αρχαία Ολυμπία, όπου διοργανώνονταν κάθε τέσσερα χρόνια οι Ολυμπιακοί Αγώνες υπήρχε ο ναός του Δία, ένας αρχαίος ελληνικός ναός στην Ολυμπία, αφιερωμένος στο θεό Δία. Ο ναός, που χτίστηκε μεταξύ 472 και 456 π.Χ., ήταν στο ίδιο το πρότυπο του πλήρως ανεπτυγμένου κλασικού ελληνικού ναού δωρικού ρυθμού[1]. Ο Ναός του Δία στέγασε το διάσημο άγαλμα του Δία, που ήταν ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου Κόσμου. Το χρυσελεφάντινο άγαλμα ήταν περίπου 13 μέτρα (43 πόδια) και φιλοτεχνήθηκε από τον Φειδία, στο εργαστήριό του στο χώρο της Ολυμπίας.


Το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία

 Χρειάστηκαν  περίπου δώδεκα χρόνια για να το ολοκληρώσει. Στο κεφάλι του είχε τοποθετημένο ένα στεφάνι από κλαδιά ελιάς. Στο δεξί του χέρι κρατούσε μια Νίκη, τη Θεά της Νίκης, επίσης κατασκευασμένη από ελεφαντόδοντο και χρυσό, και στο αριστερό του χέρι, ένα σκήπτρο κατασκευασμένο από πολλά είδη μετάλλων, με έναν αετό στην κορυφή του. Τα σανδάλια του ήταν κατασκευασμένα από χρυσό, όπως και ο χιτώνας του. Τα ενδύματά του ήταν σκαλισμένα με ζώα και με κρίνα. Ο θρόνος ήταν διακοσμημένος με χρυσό, πολύτιμους λίθους, έβενο, ελεφαντόδοντο . Το άγαλμα ήταν το πιο διάσημο καλλιτεχνικό έργο στην Ελλάδα.


Έτσι και στην περιοχή μας υπάρχει  ο ναός του Δία στο χωριό Στράτος και ονομάζεται Στρατίου Διός, ενώ, σύμφωνα με τον ομότιμο καθηγητή αρχαιολογίας κ. Βασίλη Λαμπρινουδάκη, προϊστάμενο των ανασκαφών στην Παλαιομάνινα, στην μοναδική είσοδο από την αρχαία πόλη  στην ακρόπολη αποκαλύφθηκε,  επιγραφή που αναγράφει το όνομα του ύψιστου αρχαίου θεού Δία.  Από τη μορφή των γραμμάτων χρονολογείται τον 4ο περίπου αιώνα πΧ. Ο Ζευς ως προστάτης πυλών, σύμφωνα με τον καθηγητή,  μαρτυρείται σε πολλές πόλεις όπως στη Θήβα (Ύψισται Πύλαι) και στην Αθήνα (Βωμός Ερκείου Διός). Η σημασία της λατρείας του Διός στην περιοχή ενισχύεται και από το γεγονός της απεικόνισης του θεού σε νομίσματα της όμορης πόλης των Οινιαδών.
Σημειώνεται ότι αυτή μικρή είσοδος (πυλίδα) είναι πολύ σημαντική γιατί προσέφερε καταφύγιο ανθρώπων και ζώων από την πιο χαλαρά οχυρωμένη χώρα της αρχαίας πόλης (που βρισκόταν μάλλον στο υψίπεδο που βρίσκεται το σημερινό χωριό)  στην καλά οχυρωμένη ακρόπολη. Για το λόγο αυτό σύμφωνα με τον Πολύβιο όταν οι Μακεδονικός στρατός υπό τον Φίλιππο Ε΄ πυρπόλησε  εύκολα την κάτω πόλη της Μητρόπολης (219-217 π.Χ.)  δεν μπόρεσε να κυριεύσει την πολύ καλά οχυρωμένη ακρόπολή της.


Η Αρχαία Στράτος βρίσκεται όρεια του σημερινού χωριού χτισμένη στη δυτική όχθη του Αχελώου, όπως και η Παλαιομάνινα, που ήταν το φυσικό σύνορο ανάμεσα στην Αιτωλία και την Ακαρνανία. Κατά την παράδοση, σε αυτή την πόλη γινόταν η στρατολόγηση των Ακαρνάνων και η συγκρότηση τους σε στρατεύματα. Από εκεί πήρε και το όνομα της, αφού Στράτος σημαίνει συγκέντρωση στρατεύματος.
Σημειώνεται  ότι  ο Αχελώος ήταν πλωτός κατά την Κλασική και Ελληνιστική εποχή (μέχρι και τις Οινιάδες), όπως μαρτυρά και η παραποτάμια ΝΔ πύλη της πόλης πάνω στην Εθνική οδό και, φυσικά, και η επίσης παραποτάμια «Αυλόπορτα»  ή «πόρτα στην Παλαιομάνινα. Η Στράτος υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες και καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της Ακαρνανίας.Ο λόφος της Στράτου είχε κατοικηθεί ήδη από την Υστεροελλαδική περίοδο (1600-1100 π.Χ). Απέκτησε σημασία λόγω της γεω-στρατηγικής της θέση κατά τον 4ο αιώνα π.Χ οπότε και υπήρξε πρωτεύουσα του Κοινού των Ακαρνάνων έως και το 2ο αιώνα π.Χ., όταν τη θέση αυτή ανέλαβε το Θύρρειο. Τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. γνώρισε μεγάλη ακμή και ως εμπορικό κέντρο της περιοχής. Την πόλη μνημονεύουν και αρχαίοι συγγραφείς για τη σπουδαιότητα της, αφού υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες και καλύτερα οχυρωμένες πόλεις. Χαρακτηριστικά, ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός Θουκυδίδης την χαρακτηρίζει πόλιν μεγίστην της Ακαρνανίας (Θουκυδίδη Ιστορίαι, Βιβλίο 8ο 2.68.4), ενώ ο Πολύβιος ονομάζει Στρατική την εύφορη πεδιάδα που εκτεινόταν έξω από την πόλη, οι ίπποι της οποίας ήταν ονομαστοί και αποτελούσαν πηγή πλούτου.


Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου η πόλη συντάχτηκε με τους Αθηναίους και πολιορκήθηκε από τους Σπαρτιάτες χωρίς επιτυχία, πρώτα από τον Αγησίλαο το 391, από τον Κνήμο το 429, και από τον Ευρύλοχο το 426 π.Χ. Τα 379 π.Χ. έχουμε την πρώτη της αναφορά ως πρωτεύουσας του Κοινού των Ακαρνάνων. Η κυριαρχία όμως της Στράτου διακόπτεται το 338 π.Χ όταν η Ναύπακτος γίνεται το κέντρο της Αιτωλικής Συμπολιτείας με αποτέλεσμα την παρακμής της. Ο Βασιλιάς Κάσσανδρος το 314 την κατέλαβε χρησιμοποιώντας την ως οχυρό ενάντια των Αιτωλών, οι οποίοι το 263 π.Χ την προσάρτησαν στην Αιτωλία. Κατά το 169 π.Χ συμμάχησε (μαζί με άλλες ελληνικές πόλεις) με τους Ρωμαίους ενάντια του Βασιλιά Περσέα της Μακεδονίας και τότε ξεκίνησε η ρωμαϊκή κυριαρχία.
Συνεχίστηκε η κατοίκησή της και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο
Υπάρχουν επαρκή και ασφαλή αρχαιολογικά δεδομένα, που μαρτυρούν ότι η Στράτος είχε επιζήσει και κατά την αυτοκρατορική εποχή, πιθανώς ως «πόλις περιοικίς» τηςΝικόπολης. Στην επιβίωσή της είχε συντελέσει, κατά κύριο λόγο, η εξαιρετικά στρατηγική της θέση. Συγκεκριμένα, η πόλη δέσποζε σ' έναν εκτεταμένο εύφορο κάμπο και έλεγχε τη διάβαση του Αχελώου ποταμού, απ' όπου περνούσε υποχρεωτικά ο σημαντικός ρωμαϊκός δρόμος Απολλωνίας -Βουθρωτού -Φωτικής -Νικόπολης -Αμβρακίας -Αθήνας. [1]
Στη θέση όπου βρίσκεται το σύγχρονο νεκροταφείο του χωριού, βρισκόταν ένα από τα νεκροταφεία της αρχαίας πόλης χωρίς να έχει όμως ανασκαφθεί πλήρως. Διάσπαρτοι τάφοι έχουν επίσης ανασκαφεί στα ΒΔ και Ν, εξωτερικά της οχύρωσης της αρχαίας πόλης. Μερικοί από αυτούς είναι μακεδονικού τύπου. Συστηματικές ανασκαφές στην αρχαία πόλη (αρχαία αγορά, θέατρο) και οργανωμένη επιφανειακή έρευνα της ευρύτερης περιοχής (Στρατική) διεξήχθησαν από το 1989-1996 σε συνεργασία της ΣΤ΄  Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Πατρών υπό τον δρα Λάζαρο Κολώνας, και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, υπό τον καθηγτή  Ε.-L. Schwandner.
Το θέατρο


Το θέατρο της Στράτου, στο ανατολικό του διατειχίσματος τμήμα της αρχαίας πόλης, χρονολογημένο στο τέλος του 4ου αι. π.Χ., αποτελεί το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα της Αιτωλοακαρνανίας, αφού  ήταν περίπου 7.000 ατόμων. Είναι σκαλισμένο ολόκληρο στο φυσικό βράχο (γκριζοπράσινος ψαμμιτόλιθος). Στο ημικυκλικό κοίλο του σώζονται 28 σειρές εδωλίων, ενώ στις 11 κλίμακές του, που διαιρούν το κοίλο σε 12 κερκίδες, και στον αγωγό, που περιβάλλει την κυκλική ορχήστρα του, έχει χρησιμοποιηθεί λευκή, ασβεστολιθική πέτρα Λεπενούς. Διαιρείται σε άνω και κάτω διάζωμα. Στην ορχήστρατου σώζεται προεδρία με ερεισίνωτα και ερεισίχειρα (οι οποίες προοριζόταν για τον ιερέα του Διονύσου και τους ανώτερους κρατικούς λειτουργούς) και τρεις βωμοί, ενώ στη σκηνή του διακρίνονται τρεις κατασκευαστικές φάσεις, οι οποίες ακολουθούν την εξέλιξη του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Στα Ν του θεάτρου υπάρχει ισχυρός αναλημματικός τοίχος και αρχαίος δρόμος που οδηγούσε σε αυτό. Το θέατρο είχε εντοπίσει από το 1805 ο W. Leake. Πρώτες ανασκαφές σε αυτό έγιναν από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Κατόπιν το μνημείο επιχώθηκε έως τη δεκαετία του ΄90, οπότε και ολοκληρώθηκε ανασκαφικά η έρευνά του, την περίοδο 1989-1996, με τη συνεργασία της ΣΤ΄ ΕΠΚΑ Πατρών (Δρ. Λάζαρος Κολώνας) και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (καθηγητής Ε.-L. Schwandner), όπως ήδη αναφέρθηκε.

Ο Ναός του Στρατίου Διός

Αναπαράσταση της προσόψεως


Σήμερα ο Ναός του Δία

Το ιερό του Δία στην Στράτο ήταν λατρευτικό και πολιτικό κέντρο όλων των Ακαρνάνων. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο εντός της ακρόπολης. Ο ναός του Στρατίου Διός (προστάτης Θεός των Στρατίων) είναι περίφημος, δωρικός διαστάσεων 34,47 μ. X 15,41 μ., με 6 κίονες στη στενή και 11 στη μακριά πλευρά του. Κτίστηκε μεταξύ 321-312 π.Χ, εξολοκλήρου από ντόπιο σκληρό ασβεστόλιθο, έμεινε όμως ημιτελές λόγω πολεμικών συγκρούσεων με τους Αιτωλούς. Διαιρούνταν σε σηκό, πρόναο και οπισθόδομο. Οι κίονες του σηκού ήταν τοποθετημένοι κοντά στον τοίχο του. Πιθανότατα ένα μέρος του σηκού ήταν υπαίθριο, ενώ η οροφή στηριζόταν από οκτώ εσωτερικούς κίονες. Όλοι του οι κίονες παρέμειναν αράβδωτοι, γεγονός που πιθανότατα υποδηλώνει πως ο ναός έμεινε ημιτελής. Οι μετόπες του θα πρέπει να ήταν ζωγραφιστές. Στα ΝΑ του ναού δεσπόζει ο βωμός και βάσεις αναθημάτων. Οι πρώτες ανασκαφές του ναού διεξήχθησαν τα χρονικά διαστήματα 1892-1913 και το 1924 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, οπότε και αυτός δημοσιεύτηκε, μαζί με τις επιγραφές που βρέθηκαν εκεί. Η σημαντικότερη μελέτη του μνημείου ωστόσο (και η σωστότερη αποκατάστασή του) δημοσιεύτηκε το 1925 από τον Α. Ορλάνδο.

Οι οχυρώσεις



 Η αρχαία πόλη της Στράτου περιβάλλονταν από οχυρώσεις που υπολογίζονται σε 7,4 χλμ προστατεύοντας τέσσερις λόφους και τρεις κοιλάδες. Από το Θουκυδίδη (Ιστορίαι Β, 80) χαρακτηρίζεται ως πόλη μεγίστη. Είναι κτισμένη εξ ολοκλήρου κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα και χρονολογείται τον 5ο αιώνα  π.Χ., ενώ δεν αποκλείεται κάποιες επισκευές της οχύρωσης να έγιναν στον 4ο αι. π.Χ. Περιελάμβανε 22 πύλες και 55 ορθογωνικούς πύργους. H Ν-κεντρική πύλη της πόλης, διαμορφωμένη στον τύπο της ορθογωνικής εξωτερικής αυλής, οδηγούσε -μέσω μιας κύριας οδικής αρτηρίας- στο δυο πλατώματα της αρχαίας αγοράς. Σημαντική είναι και η παραποτάμια πύλη της πόλης με το οριζόντιο υπέρθυρό της. Ο παππούς μου Δημήτρης Στεργίου με αφορμή  την επισήμανση, προφανώς εύστοχα, που κάνει ο Παλαιομανιώτης συγραφέας του βιβλίου «από τη Μητρόπολη της αρχαίας Ακαρνανίας μέχρι τη Μητρόπολη της Παλαιομάνινας» (Εκδόσεις Ατραπός, 2003, σελίδα 111) Παναγιώτης Β. Ζώγας,  ότι «ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ, ο οποίος επισκέφτηκε την Ακαρνανία κατά έτη 1805 – 1810, δεν αναφέρεται άμεσα στο κάστρο της Παλαιομάνινας, αλλά από την περιγραφή της Αυλόπορτας της Στράτου μπορεί να υποθέσει κανείς ότι συγχέει την περιγραφή του και αναφέρεται στη Στράτο, ενώ περιγράφει την Αυλόπορτα του κάστρου της Παλαιομάνινας», σε παρέμβασή του στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα»  συμφωνεί με τον κ. Ζώγα και χαρακτηρίζει ως ιστορικές και γεωγραφικές ανακρίβειες αυτά που αναφέρει ο Γάλλος περιηγητής. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό έχει ως εξής:
«Ο ανεψιός μου και συγχωριανός μου Παναγιώτης Ζώγας στο βιβλίο του «από τη Μητρόπολη της αρχαίας Ακαρνανίας μέχρι τη Μητρόπολη της Παλαιομάνινας» (Εκδόσεις Ατραπός, 2003, σελίδα 111) επισημαίνει, προφανώς εύστοχα, ότι «ο Γάλλος περιηγητής Πουκεβίλ, ο οποίος επισκέφτηκε την Ακαρνανία κατά έτη 1805 – 1810, δεν αναφέρεται άμεσα στο κάστρο της Παλαιομάνινας, αλλά από την περιγραφή της Αυλόπορτας της Στράτου μπορεί να υποθέσει κανείς ότι συγχέει την περιγραφή του και αναφέρεται στη Στράτο, ενώ περιγράφει την Αυλόπορτα του κάστρου της Παλαιομάνινας»!
Ιδού, λοιπόν, τι γράφει ο Πουκεβίλ στο βιβλίο του «Ταξίδι στην Ελλάδα – Στερεά Ελλάδα – Αττική – Κόρινθος» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Αφών Τολίδη το 1995 (σελίδα 280):
«Ολόκληρος ο περίβολος του Στράτου, της πρωτεύουσας της Ακαρνανίας, οι πύλες του, οι πύργοι του και τα μακρά τείχη του που καταλήγουν στο ποτάμι, διασώζονται ακόμα στην κορυφή και την πλαγιά της οροσειράς της Αγραϊδας. Εξετάζοντας τη θέση του, πείθεται κανείς για τη σημασία που του αποδίδει ο Τίτιος ο Λίβιος, ο οποίος την κατατάσσει λανθασμένα στις πόλεις της Αιτωλίας. Ήταν η μεγαλύτερη τοποθεσία και η πρωτεύουσα ή πρυτανείο των Ακαρνάνων, το κλειδί της επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών του Αχελώου, από τον οποίο απέχει μόλις δέκα στάδια. Αποτελεί, επίσης, το οχυρό του περάσματος που είναι πολυσύχναστο για ένα μεγάλο τμήμα του χρόνου. Στο πρώτο ταξίδι μου, νόμιζα πως η κατασκευή αυτού του φρουρίου (το οποίο ο αναφέρει ο Κορονέλι με το όνομα Alte Muraglie και οι χωρικοί Πόρτα) ήταν καθαρά ελληνικής νοοτροπίας, Μετά διαπίστωσα όμως ότι ένας πύργος του είναι κυκλώπειας κατασκευής κι έχει όλο πολεμίστρες. Δεν το είδα ούτε μπόρεσα να διαπιστώσω αν ο περίβολος είχε κτιστεί, όπως λένε οι ντόπιοι, από τους Τούρκους. Ο Paul Jove, που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο, λέει μόνον ότι Ο Σουλεϊμαν, στον οποίο και αποδίδεται αυτή η αναστήλωση, απέτυχε στην επιχείρησή του ενάντια στην  Κέρκυρα και, αφού άφησε το ναύαρχο Μπαρμπαρόσα στο Βουθρωτόν, επέστρεψε μέσω Άρτας, στο πέρασμα του Αχελώου, για να πάει στο Λέπαντο, από όπου αποσύρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, χωρίς να αναφέρεται στα μέρη που θα μπορούσε να έχει ανοικοδομήσει ο Σουλεϊμάν».
Από την  περιγραφή αυτή του Πουκεβίλ, τη μνημειακή τοπογραφία της Στράτου και της Παλαιομάνινας και τις τοπικές παραδόσεις και θρύλους προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις:
Πρώτον, πράγματι, τόσο η αρχαία πόλη της Στράτου όσο και της Παλαιομάνινας έχουν μιαν επιβλητική παραποτάμια (τοξωτή) πύλη, η οποία στην Παλαιομάνινα ονομάζεται από τους ντόπιους «Πόρτα» (που είναι λατινική και μεσαιωνική λέξη) και η οποία προκάλεσε τον ενθουσιασμό και την έκπληξη του Άγγλου αξιωματικού, περιηγητή, τοπογράφου και νομισματολόγου Λήκ, που επισκέφτηκε την Παλαιομάνινα την ίδια περίπου περίοδο με τον Πουκεβίλ, γράφοντας ότι «δεν έχω δει ποτέ άλλο παρόμοιο παράδειγμα τέτοιων αμυντικών έργων».
Δεύτερον, είναι όμως προφανές ότι οι ντόπιοι και των δύο χωριών, ως αρωμούνοι – Βλάχοι αποκαλούσαν (στη διάλεκτό τους) την κεντρική αυτή επιβλητική «Πόρτα». Αλλά, η «Πόρτα» των τειχών της αρχαίας  Παλαιομάνινας (είναι άγνωστη ακόμα η αρχαία ονομασία της) χαρακτηρίζεται για την επιβλητική «Αυλόπορτά» της, την οποία δεν περιγράφει ο, κατά άλλα, αναλυτικός, Πουκεβίλ!
Τρίτον, η εντύπωση των ντόπιων κατοίκων ότι, τόσο τα αρχαία τείχη όσο και η «Αυλόπορτα», είναι «έργο» των Τούρκων είναι ευρέως διαδεδομένη στην Παλαιομάνινα και την άκουγα από μικρό παιδί να εκφράζεται έτσι επίμονα! Το ίδιο άκουγα και για τον Σουλεϊμάν με την προσθήκη μάλιστα ότι όλη η Μάνινα ήταν υπό την προστασία της μητέρας του σουλτάνου και για το λόγο αυτό οι Βλάχοι της περιοχής ετύγχαναν ευνοϊκότερης (φορολογικής) μεταχείρισης.
Τέταρτον, ο Πουκεβίλ χαρακτηρίζεται από πολλές τέτοιες ιστορικές και γεωγραφικές ανακρίβειες, όπως, για παράδειγμα, ότι τοποθετεί, λανθασμένα, βεβαίως, τη Μητρόπολη της Ακαρνανίας (βρίσκεται, σύμφωνα με τις επιστημονικές αναλύσεις και τοποθετήσεις στην Παλαιομάνινα) στον … Αετό Ξηρομέρου!
Πέμπτον, στην περιοχή της Στράτου ο Αχελώος ποταμός ήταν πλωτός και το μοναδικό πέρασμά του, λόγω της ρηχότητάς του, προς την Αιτωλία ήταν μεταξύ Παλαιομάνινας και Ρίγανης, το οποίο ακόμα και σήμερα λέγεται «Πόρος».
Έκτον, στις πρόσφατες ανασκαφές στην Παλαιομάνινα υπό τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών αρχαιολόγο κ. Βασίλη Λαμπρινουδάκη αποκαλύφτηκε μια από τις εντειχισμένες  επιγραφές «ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ», που αναφέρει ο Πουκεβίλ!

Έβδομον, ότι ο Πουκεβίλ επισκέφτηκε την Ακαρνανία, αλλά, επιπολαίως στις ταξιδιωτικές τους περιγραφές του στηρίχτηκε περισσότερο στην ελληνική γραμματολογία παρά τις προσωπικές τους εντυπώσεις και την πραγματικότητα.
Αν και οι επτά παραπάνω περιπτώσεις είναι συμπτώσεις, τότε ζητούμε συγνώμη από την ιστορία και τους ερευνητές».

Κλείνω την παρένθεση αυτή και συνεχίζω. Εσωτερικό διατείχισμα, μήκους 850 μ. περίπου, χώριζε την πόλη (για λόγους επιπλέον ασφάλειας) σε δυο μέρη. Στο Δ τμήμα της βρισκόταν ο ναός του Δία και η Αγορά και στο Α το θέατρό της. Στο βορειότερο άκρο της οχύρωσης υπήρχε η ακρόπολη, στην οποία υπάρχουν και ισχνά ίχνη βυζαντινής κατοίκησης.

Η αρχαία αγορά

Η αγορά της αρχαίας Στράτου αποτελούσε το εμπορικό, πολιτικό και διοικητικό κέντρο της πόλης και ήταν περίκλειστη. Η πλατεία της, κτισμένη σε δυο πλατώματα στη δυτική πλευρά του διατειχίσματος, περιβάλλονταν στα βόρεια, στα δυτικά και στα ανατολικά από στοές, ενώ η είσοδός της ήταν στα Ν (πρόσβαση μέσω της Ν-κεντρικής πύλης της πόλης). Οι στοές αυτές ήταν του λεγόμενου τύπου της ΒΔ Ελλάδος, είχαν δηλαδή μόνο στο πρόσθιο μέρος τους παραστάδες και μετά από 4-6 μ. βάθος τοποθετούνταν οι κίονες. Λίγο πιο ανατολικά (και ΒΑ της ανατολικής στοάς) ήταν κτισμένο και το Βουλευτήριο της πόλης, ένα ορθογώνιο οικοδόμημα, με εσωτερικούς κίονες για τη στήριξη της τετράρριχτης στέγης του και με καθίσματα στις τέσσερις πλευρές του. Στην πλατεία της Αγοράς εντοπίστηκαν επίσης ένα ημικυκλικό βάθρο ανδριάντων, μια αναθηματική εξέδρα και άλλα σημαντικά αναθήματα. Σχεδόν στο κέντρο της αγοράς δεσπόζει ένας βωμός για τις θυσίες ζώων. Ακριβώς δίπλα του σώζεται ο κρίκος που προοριζόταν για το προσωρινό δέσιμο των ζώων. Σχεδόν εφαπτόμενη στη δυτική στοά και στα ΝΔ της Αγοράς υπάρχει και ορθογώνια περίστυλη κρήνη. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στα Ν της αγοράς βρέθηκαν επίσης και ίχνη μεταγενέστερων (βυζαντινών) οικιών. Πρώτες ανασκαφές στην αρχαία αγορά της Στράτου έγιναν από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή (στη Δυτική στοά της). Η ανατολική Στοά της Αγοράς ανασκάφηκε από το Ν. Ζαφειρόπουλο το 1958. Οι συστηματικές ανασκαφές συνεχίστηκαν την περίοδο 1989-1996 με τη συνεργασία της ΣΤ΄ ΕΠΚΑ Πατρών (Δρ. Λάζαρος Κολώνας) και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (καθηγητής. Ε.-L. Schwandner).


Σχόλια