Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Δυστυχώς, χωρίς πια «φρουρό» η πολιτιστική κληρονομιά της Παλαιομάνινας!



 Συμβολικό για το σημερινό κατάντημα είναι το σκίτσο της κάποτε καθαρής και υπερήφανης «Αυλόπορτας»  του Λέον Εζέ το 1860 και η παλιά φωτογραφία με την παιδούλα Ριμένα στη σημερινή επιχωματισμένη και αόρατη πύλη της ακρόπολης


Του Δημήτρη Στεργίου

Ένα συμβολικό σκίτσο του Γάλλου περιηγητή  Λέον Εζέ (Leon Heuzeuy) στο εντυπωσιακό βιβλίο του «Le mont Olympe et lAkarnanie” και στο κεφάλαιο «Ακαρνανία» (σελίδες 429-435). Στο κεφάλαιο αυτό ο Εζέ, ο οποίος επισκέφθηκε την Παλαιομάνινα το 1860, συνοδεύει την περιγραφή της «Αυλόπορτας» με ένα σκίτσο (δεν υπήρχαν τότε φωτογραφίες!), όπου την παρουσιάζει καθαρότατα, δηλαδή χωρίς δέντρα, θάμνους και χορτάρια, με ένα βλαχοποιμένα με τη γκλίτσα του ή «κηρύκου» (στα βλάχικα), δηλαδή «κηρύκειον» του Ερμή, να είναι φύλακας άγγελός της! Και καθώς κοίταζα για πολλοστή φορά το σκίτσο του Εζέ της «Αυλόπορτας» με λεζάντα «GRANDE PORTE DE PALEO-MANI», δηλαδή η «Μεγάλη Πόρτα στην Παλαιομάνινα» (σημείωση: έτσι, δηλαδή «Λα Πόρτα», τη λένε και οι συγχωριανοί μου!) σε αντιπαραβολή με τη σημερινή κατάστασή της (έως το 1997 ήταν συνεχώς σχεδόν σκεπασμένη από δέντρα και σήμερα είναι με ένα «προσωρινό», επί 22 χρόνια!,   σάπιο πια προστατευτικό ξύλινο  νάρθηκα!) αγανάκτησα και ντράπηκα. Διότι, o μεγάλος Γάλλος περιηγητής επισκέφθηκε την Παλαιομάνινα  σε μια περίοδο κατά την οποία είχε γίνει πια  η μόνιμη εγκατάσταση των βλαχοποιμένων της Ακαρνανίας στις «μόνιμες» θέσεις τους, όπως αναφέρουν στην επιστολή τους προς τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ζητώντας να επιτρέψει σε αυτούς να απολαύσουν μόνιμα  την ελευθερία μαζί με τους άλλους Έλληνες στην Ακαρνανία. Κι αυτός ο βλαχοποιμένας φουστανελάς ήταν  πρόγονός μας! Αντιθέτως, οι απόγονοί του  εμφανίζονται να αδιαφορούν πλήρως ιδιαίτερα κατά τα τελευταία  … εκατό χρόνια, όπως προκύπτει από φωτογραφίες του 1907 και 1917, οι οποίες παρουσιάζουν την αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας καθαρότατη! Μάλιστα, εντυπωσιακή και, συνάμα, συγκινητική είναι και η φωτογραφία του 1917 η παρουσιάζει μια παιδούλα βλαχοπούλα να περνάει άνετα  από την πύλη της ακρόπολης της Παλαιομάννας.  Δηλαδή, περνάει άνετα και χαρούμενα η βλαχοπούλα από την πύλη της ακρόπολης με ένα συμβολισμό συνέχειας, ο οποίος δυστυχώς  δεν επαληθεύθηκε, αφού  η πύλη αυτή σήμερα είναι εντελώς επιχωματισμένη και … αόρατη!!!




Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι Ριμένοι βλαχοποιμένες  της  Παλαιομάνινας από την αρχή της μόνιμης εγκατάστασης  ή, καλύτερα, μόνιμης  «επανεγκατάστασης», ύστερα από πολλούς αιώνες, λάτρευαν την αρχαία πόλη, έβλεπαν με δέος την αρχαία πόλη και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τη διατηρούν  καθαρή και ασφαλή με υπερηφάνεια.  Διότι, όπως με στοιχεία επισημαίνω στο νέο,  υπό έκδοση,  βιβλίο μου, η κατοίκηση στην Παλαιομάνινα ήταν συνεχής, αδιάκοπη επί 5.000 χρόνια και η επιλογή των βλαχοποιμενων για μόνιμη εγκατάσταση δεν ήταν τυχαία! Ήταν η … προηγούμενη πατρίδα τους, η προηγούμενη πόλη τους!!!
 Στην Παλαιομάνινα, όπως και στη μείζονα, γύρω  απ΄ αυτήν, περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας,   κατοικούσαν άνθρωποι, με σημαντικό για την εποχή εκείνη πολιτισμό, πριν από 5.000 περίπου χρόνια.  Μεταξύ των πέντε έως τώρα γνωστών θέσεων, οι οποίες καταδεικνύουν μια μακρά σχετικά διάρκεια κατοίκησης στην Αιτωλοακαρνανία, από τα πρωτοελλαδικά χρόνια (2800-1900 π.Χ.), είναι και η Παλαιομάνινα. Οι άλλες τέσσερις θέσεις  είναι το Πλατυγιάλι (Άγιος Παντελεήμων), η αρχαία Πλευρών, η Γράβα Αστακού και ο αρχαίος Θέρμος από τα μεσοελλαδικά (1900 – 1600 π.Χ.).
Η κατοίκηση στις θέσεις αυτές αρχίζει από τα πρωτοελλαδικά χρόνια (2800-1900 π.Χ.) έως και τα ύστερα μυκηναϊκά χρόνια (1100 π.Χ.). Σημειώνεται ακόμα ότι η Μίλα ή Μήλα της Παλαιομάνινας είναι μεταξύ των επτά γνωστών θέσεων, όπου αρχίζει η κατοίκηση, η οποία συνεχίζεται σ΄ ολόκληρη ή μέρος της μυκηναϊκής εποχής, όπως Κάτω Βασιλική, Αγία Τριάδα, αρχαία Καλυδών, Ψωρολίθι, Παλαιομάνινα – Μήλα, Χρυσοβίτσα και Πάλαιρος. Επίσης, από άλλες τρεις  έως τώρα γνωστές θέσεις προκύπτει ότι η κατοίκηση στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την Παλαιομάνινα αρχίζει από τα νεολιθικά χρόνια (από το 6000 π.Χ.). Οι θέσεις αυτές είναι το Κρυονέρι, ο Άγιος Ηλίας Ιθωρίας και ο Άγιος Νικόλαος Αστακού.

Από στοιχεία σχετικά με τη μνημειακή τοπογραφία της Παλαιομάνινας, από μαρτυρίες ξένων περιηγητών και παλαιών συγγραφέων και από τις πρόσφατες ανασκαφές στην ακρόπολη της αρχαίας πόλης επιβεβαιώνεται η διαπίστωση  ότι η κατοίκηση της περιοχής ήταν συνεχής από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα, με εξαίρεση την περίοδο μετά την επικράτηση των Ρωμαίων (μετά το 146 π.Χ.), κατά την οποία, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, επεκράτησε «ερημία» στην Ακαρνανία εξαιτίας της ίδρυσης της Νικόπολης προς βορά, το 30 π.Χ., και της Πάτρας, το 14 π.Χ. ,  προς νότο. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται και από τον Πολύβιο, ο οποίος βρήκε την αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας εγκαταλειμμένη.
Επίσης, ο υπεύθυνος των αρχαιολογικών ανασκαφών στην Παλαιομάνινα από το 2006 έως το 2014  αρχαιολόγος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλης διαπίστωσε ότι η ζωή στην Παλαιομάνινα από την 3η  π.Χ. χιλιετία έως σήμερα είναι αδιάκοπη! Συγκεκριμένα, όπως έχει επισημάνει,  η ανασκαφή της πυλίδας μάς αποκάλυψε όμως και μια αδιάκοπη συνέχεια ζωής στην περιοχή από την 3η π. Χ. χιλιετία μέχρι και τα βυζαντινά χρόνια. «Αποδεικνύεται πρώτον ότι η πόλη αυτή ήταν σημαντική από πολύ παλιά (όπως δείχνουν παλιότερα τυχαία ευρήματα του 8ου π.Χ. αιώνα από το χώρο της σημερινής εκκλησίας), και δεύτερον ότι η συνέχεια της ζωής υπήρξε αδιάκοπη στο ίδιο σημείο», τόνισε.
Τα  δύο αυτά γεγονότα, που αναφέρθηκαν (ίδρυση Πάτρας και Νικόπολης)  συνέβαλαν στην αποδυνάμωση της περιοχής και, φυσικά, στον οικονομικό μαρασμό, αφού η μείωση των πληθυσμών σε σε περιοχές, χώρες και κράτη συμβάλλει στον οικονομικό μαρασμό και στην εγκατάλειψή τους. Έτσι, οι κάτοικοι της περιοχής, κυρίως κτηνοτρόφοι, εγκατέλειψαν την αρχαία πόλη και στράφηκαν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στις περιοχές της Ηπείρου, όπου λόγω της Εγνατίας οδού και της  ανάπτυξης της Νικόπολης  μετακινούνταν αθρόως πληθυσμοί από άλλες περιοχές και, φυσικά, από την  έρημη πια Ακαρνανία.
Πάντως, από γραπτές πηγές ή άλλα στοιχεία προκύπτει ότι έως τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ.  εξακολουθούσαν να υπάρχουν , δηλαδή να κατοικούνται, το Ανακτόριον, το Άκτιον, το Θύρρειον, η Λιμναία, η Μητρόπολις (κατά πάσα πιθανότητα  Παλαιομάνινα), ο Αστακός, τα Κόροντα, η Αλυζία, οι Οινιάδες, η Μεδεών, οι Φοιτίες  και η Πάλαιρος. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι οχυρές ελληνιστικές ακροπόλεις  αρχίζουν να εγκαταλείπονται σταδιακά και, κατά συνέπεια, λόγω  της έλλειψης συντήρησης , υφίσταντο καταστροφές και φυσικές φθορές.
Ίσως, η κατοίκηση  στην Παλαιομάνινα να διήρκεσε περισσότερο. Ίσως, στην πραγματικότητα, να μην  εγκαταλείφθηκε ποτέ, αφού μετά τα δύο σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση,  άρχισαν  και συνεχίσθηκαν  έως το 1840 οι μετακινήσεις  νομάδων (σκηνιτών) βοσκών από την Ακαρνανία προς τα ηπειρωτικά βουνά για ξεκαλοκαιριό και προς την Ακαρνανία για χειμαδιό. Τέτοιοι νομάδες ή σκηνίτες, όπως τους αποκαλούσαν οι παππούδες μας,  ήταν, κατά την άποψή μου,  οι πρόγονοι των σημερινών κατοίκων της Παλαιομάνινας, οι οποίοι, όπως εκτιμώ, δεν ξεχνούσαν ποτέ τα «πάτρια εδάφη» και πάντοτε διέμεναν κατά τους χειμερινούς μήνες στο ίδιο μέρος κατά φάρες!


Επίσης, η διαπίστωση ότι η «ερημία» αυτή δεν κράτησε επί πολλά χρόνια, αφού, όπως   αναφέρω  στο βιβλίο του «Βλάχικα έθιμα της Παλαιομάνινας με αρχαιοελληνικές ρίζες» (σελίδα 23) επιβεβαιώνεται και από τον  Gustav Weigand, ο οποίος  επισημαίνει ότι «Ελληνόβλαχοι αυτοί είναι απόγονοι του μεσαιωνικού πληθυσμού, αφού η Ακαρνανία ήταν γνωστή κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ως Μικρή Βλαχία, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βλαχία που ήταν στη Θεσσαλία».
Έτσι, επιβεβαιώνεται η άποψή μου  ότι δηλαδή  οι Ελληνόβλαχοι της Παλαιομάνινας είναι απόγονοι των κατοίκων της αρχαίας πόλης, οι οποίοι αναγκάστηκαν στην Ήπειρο να μάθουν και τη δημώδη λατινική, την επίσημη τότε «διεθνή γλώσσα», για λόγους επικοινωνίας, και ανεβοκατέβαιναν από την και προς την Ήπειρο στην περιοχή, χωρίς να γνωρίζουν προφανώς, μετά από αιώνες, την ακριβή ονομασία της πόλης των προγόνων τους. Στην αρχή, μετά την «ερημία», η αρχαία πόλη ονομάστηκε «Παλαιό Μάνι», που σημαίνει ίσως «Παλιά Τοποθεσία», «Παλιά Βάση» από το ομηρικό «Μήτηρ» =Μάνα= Τοποθεσία και κατά συνεκδοχή «βοσκοτόπι», ή (το πιθανότερο) από τη  βυζαντινή λέξη «Μάνι» που σημαίνει «οχυρό», «κάστρο»,» οχυρωμένη πόλη». Ας μην ξεχνάμε ότι η κτηνοτροφία αποτελούσε από την ομηρική εποχή σημαντικό κλάδο της οικονομικής δραστηριότητας. Κι αυτή η εκλεκτική συνέχεια καταδεικνύεται και από τη διαπίστωση ότι οι Ελληνόβλαχοι λένε το πρόβατο «όϊα», δηλαδή όπως ακριβώς αναφέρεται στα ομηρικά έπη! Αλλά, δεν είναι η ονομασία αυτή και οι εκατοντάδες άλλες βλάχικες λέξεις που είναι ομηρικές και που αναφέρονται κυρίως σε ζώα και στοιχεία της υπαίθρου. Πολλές εκδηλώσεις της κοινωνικής δραστηριότητας ή καθημερινής ζωής των Ελληνοβλάχων (γέννηση, θάνατος, γάμος κ.λπ.) μοιάζουν εκπληκτικά με τις αντίστοιχες περιγραφές στα ομηρικά έπη.

Η ονομασία Παλαιομάνινα, Μάνια, Μάνινα, Μάϊνα

Επίσης, η ονομασία «Παλαιομάνινα» δεν είναι νεώτερη, αλλά αναζητείται εντοπίζεται μερικούς αιώνες πριν. Οι έως τώρα γνωστές μαρτυρίες για  κατοίκηση στην περιοχή κατά τη βυζαντινή περίοδο αναφέρονται  στην περιοχή ως «Μάνη» ή «Παλαιό Μάνι». Συγκεκριμένα:
-Όπως αποκαλύπτει ο ανεψιός μου, συγχωριανός μου και συγγραφέας  Παναγιώτης Β. Ζώγας στο πολύτιμο για τις πληροφορίες βιβλίο του «Από την Μητρόπολη της Ακαρνανίας μέχρι την Παλαιομάνινα», για πρώτη φορά αναφέρεται η αρχαία πόλη του χωριού μας ως «Παλαιό Μάνι» από τον Κυριακού Αγκωνιάτη (εξ Αγκώνος), ο οποίος επισκέφτηκε την περιοχή το 1436. Η ονομασία αυτή επικράτησε, όπως φαίνεται, επί αιώνες, αφού ως «Παλαιό Μάνι» αναφέρουν το χωριό μας οι περιηγητές Λήκ και Εζέ, οι οποίοι επισκέφθηκαν την περιοχή το 1809 και το 1860 αντίστοιχα και άλλοι Έλληνες συγγραφείς.
-Με το όνομα «Μάνη» αναφέρει την Παλαιομάνινα και ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή (Evliya Gelebi), ο οποίος την επισκέφθηκε το 1668, γράφοντας μάλιστα ότι «οι κάτοικοί της μιλούν ελληνικά και τα παλικάρια ντύνονται με κόκκινα φέσια και κάπες και οι πιο μεγάλοι φορούν επιχρυσωμένα σαρίκια και γενικά ακριβά ρούχα»!
- Ο Μελέτιος, μητροπολίτης Αθηνών , στο βιβλίο του» Γεωγραφία» (σελίδα 323), το οποίο πρωτοεκδόθηκε στη Βενετία το  1728 αναφέρει  το «Κάστρο της Μαίνης», το οποίο πιθανολογεί ότι είναι ο «Αστακός». Γράφει: «Άστακος και Αστακός, κληθείσα από Αστακού, υιού του Ποσειδώνος και της Ολβίας Νύμφης, κειμένη πλησίον του Αχελώου, καθώς τω περιγράφω. Φαίνεται να είναι το Κάστρο της Μαϊνης». Πλήρης σύγχυση! Σημειώνω ότι  τα οχυρά της Μάνης ονομάζονταν «Κάστρα Μαϊνης» και στη συνέχεια έγιναν «Κάστρα Μάνης»!
-Κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, το χωριό, όπως προκύπτει από έγγραφα, που παραθέτει στο παραπάνω βιβλίο του ο Παναγιώτης Ζώγας και ο γράφων  στο βιβλίο του «Η Παλαιομάνινα από τα βάθη των αιώνων έως σήμερα», αναφέρεται ως «Παλαιομάϊνα». Σημειώνεται ότι η λέξη «μάϊνα» έχει την ίδια σημασία με τη λέξη «Μάνι – Μάνινα», δηλαδή τη σημασία του «βραχίονα», της «βάσης», της «τοποθεσίας», του οχυρωμένου  μέρους, του κάστρου.  Μόνο ο Βάϊγκαντ, ο οποίος επισκέφτηκε το χωριό μας το 1894 το αναφέρει ως «Κουτσομπίνα» ή ως «Μάνινα», ονομασία που χρησιμοποιούσαν παλιά και οι κάτοικοί του  («Μάνια»).
 Συγκεκριμένα, δύο έγγραφα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, τα οποία αφορούν στην Επανάσταση του 1821 στο Ξηρόμερο (Ακαρνανία) αποκαλύπτουν ότι ίσως η ονομασία του σημερινού χωριού «Παλαιομάνινα» δεν είναι η σωστή. Και στα δύο έγγραφα, που μάλιστα έχουν ημερομηνίες με διαφορά 19 ετών, η Παλαιομάνινα αναφέρεται τέσσερις φορές ως «Παλαιομάϊνα» ή «Παλιομάϊνα», που σημαίνει ότι δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος ή αναγραμματισμό. Ύστερα, η άγνωστη σχεδόν ή με ανίσχυρη πειστικότητα ετυμολογία του δεύτερου συνθετικού «Μάνινα» και η, αντιθέτως,  σίγουρη σημασία της λέξης «Μάϊνα» ως περιοχής με κάστρα (αρχαίες πόλεις) ενισχύει τη διαπίστωση αυτή. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τη διαπίστωση ότι στην ευρύτερη περιοχή της Μάνινας υπάρχουν ανά τέσσερα ή πέντε χιλιόμετρα ερείπια αρχαίων τειχών, τα οποία δεσπόζουν και σε όλο το χωριό, την Παλαιομάνινα.  Όλα αυτά σημαίνουν ότι η τοποθεσία της Παλαιομάνινας είναι γνωστή πολύ πριν από τη μόνιμη εγκατάσταση των βλαχοποιμένων, οι οποίοι ίσως ή προφανώς την ονομάτιζαν έτσι, δηλαδή Παλαιομάϊνα, που σημαίνει «παλιά περιοχή με κάστρα», κατά την κάθοδό τους το χειμώνα στα χειμαδιά, αφού η ονομασία της αρχαίας οχυρωμένης πόλης ήταν και είναι ακόμα άγνωστη. Μετά τη μόνιμη εγκατάσταση των βλαχοποιμένων το 1860 πήρε το όνομα του ιδρυτή της, ενώ, όπως ήδη αναφέρθηκε, ήταν γνωστή ήδη από τους αγώνες του  1821 ως «Παλαιομάϊνα» ή «Παλιομάϊνα», και οι περιηγητές  Γουλιέλμος Μαρτίνος Λήκ (1777-1860), ο οποίος επισκέφθηκε την Παλαιομάνινα  το Μάρτιο του 1885, την αποκαλεί ως «Παλαιό Μάνι», όπως  «Παλιό Μάνι» αποκαλεί το χωριό και ο Λέον Εζέ στο βιβλίο του «Le mont Olympe et lAkarnanie”. Δηλαδή, όπως αναφέρθηκε, οι ξένοι περιηγητές ή συγγραφείς πριν από τους αγώνες για την ανεξαρτησία και μετά το 1821 αποκαλούσαν την τοποθεσία της Παλαιομάνινας  ή Παλαιομάϊνας ως «Παλιό Μάνι», δηλαδή ως «παλιό Κάστρο».
 Πριν από την ίδρυση του χωριού η περιοχή ήταν γνωστή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Άγγλος τοπογράφος W. M. Leake ως "Παλαιό Μάνι". Συγκεκριμένα ο Leake μεταξύ άλλων στο βιβλίο του "Travels in the Morea" αναφέρει ότι επισκέφτηκε ένα ελληνιστικό φρούριο μέσα σε πυκνό βελανιδοδάσος με χαρακτηριστική εξωτερική πύλη (σημερινή Αυλόπορτα) στην περιοχή Παλαιό Μάνι (Leake, 1830) και η οποία περιοχή δεν κατοικούνταν. Στην ίδια ονομασία αναφέρεται και ο L. Heuzeuy (1860) στο βιβλίο του "Le mont Olympe et l' Acarnanie'.

Η περιγραφή της «Αυλόπορτας» από τον Εζέ

Ο Εζέ, ο οποίος παραθέτει στο βιβλίο του και το σκίτσο που προαναφέρθηκε,  περιγράφει την «Αυλόπορτα» ως εξής:

«..Στην άκρη της μύτης, που κατεβαίνει προς τον ποταμό, βρίσκεται η μνημειώδης πύλη που οι χωρικοί την ονομάζουν «Αυλόπορτα» και που αναφέρεται ήδη από τον συνταγματάρχη Ληκ σαν ένα από τα πιο εντυπωσιακά μνημεία της Ελλάδος. Αυτή σχηματίζει, μαζί με τα έργα που συνδέονται μαζί της, ένα είδος εισόδου που θα μπορούσε να θεωρηθεί και σαν πέμπτο οχυρωματικό έργο. Αντί να «κοιτάζει» προς την όχθη του Αχελώου, είναι στραμμένη προς το πλάι και «κοιτάζει» προς το νότο. Μια χοντρή και ακανόνιστη ελληνική κατασκευή, με τεράστιους λίθους, βγαίνει προς αυτή την κατεύθυνση. Είναι σαν ένας τεράστιος πύργος, μέσα στον οποίο έχουν ανοίξει ένα πέρασμα πλάτους 2,45 μέτρων και βάθους 11,25 μέτρων. Η πόρτα, ύψους 4,35 μέτρων έχει ένα ημικύκλιο σαν τις μικρές πόρτες του Καραβασαρά (σημείωση: Αμφιλοχία) και του Σωροβιγλίου (σημείωση: Στράτος). Δηλαδή, ο θόλος (τόξο) της φαίνεται μόνο με δύο λίθους που πλησιάζουν και που σχηματίζουν ένα ημικύκλιο. Η διευθέτηση αυτή είναι εύκολο να γίνει, όταν είναι μικρή η κλίμακα. Αλλά ο ταξιδιώτης, που θα βρεθεί ξαφνικά μπροστά σε αυτά τα μνημεία, αφού θα έχει περάσει μέσα από τις βελανιδιές και αναρριχώμενα φυτά, θα εκπλαγεί βλέποντας να στρογγυλεύει πάνω από το κεφάλι του το τόξο μιας μεγάλης πύλης με δύο απλώς λίθους. Παρά τις κολοσσιαίες διαστάσεις των λίθων, που χρησιμοποίησαν, οι εργάτες δεν μπόρεσαν να τις ταιριάξουν: χρειάστηκε, για να κρατηθεί και να ολοκληρωθεί το τόξο, να μπει και ένα πρέκι μήκους τριών μέτρων, το οποίο ακόμα βρίσκεται εκεί. Αναμφίβολα, χρειάζεται στην τοποθέτηση των λίθων και στην ισορροπία μιας σειράς από πέτρες που τοποθετούνται στο χώρο, πολύ περισσότερη επιστήμη και τέχνη απ' ό,τι σε μια χονδροειδή απομίμηση που καταργεί κάθε κατασκευαστική δυσκολία. Ωστόσο, όταν βλέπουμε το τόξο αυτό που σχηματίζεται από δύο κομμάτια, δεν μπορούμε να μη θαυμάσουμε την, δεν ξέρω και εγώ, δεξιοτεχνία ή την τόλμη, όταν δεν διαθέτεις την τέχνη, που είναι ακριβώς και η τέχνη των πρωτόγονων ή άξεστων λαών. Ο ίδιος ο χονδροειδής χαρακτήρας των υλικών και η αδεξιότητα στην εκτέλεση, οι ακανόνιστες πέτρες, ο κύκλος που είναι άσχημα σχεδιασμένος, προσθέτουν αυτή τη συνολική εντύπωση και ενισχύουν το παράξενο θέαμα.

 Κατά τα άλλα, η «Πόρτα» στο Παλαιό-Μάνι, με τα υπόλοιπα έργα που την περιβάλλουν, είναι ίσως λιγότερο παλαιά από τα κυκλώπεια τείχη των οχυρών. Οι Ακαρνάνες, υιοθετώντας τις στρογγυλές αυτές μορφές για τη στρατιωτική τους αρχιτεκτονική, δεν προσέθεσαν πολύ μεγαλύτερη λεπτότητα ή φροντίδα απ' ό,τι στο παρελθόν: εξακολουθούσαν να έχουν την επιβλητική σταθερότητα, έστω και πιο άγρια και πιο μαζική, των πρώτων χρόνων. Εδώ, όπως και στις πιο μικρές πόρτες του Καραβασαρά, το τόξο, που διακρίνεται μόνο από τα έξω, δεν συνεχίζει στο εσωτερικό της οικοδομής. Το πλατύ πέρασμα, που ακολουθεί την πόρτα, ήταν σκεπασμένο από μια σειρά τεράστιων και ίσων λίθινων τεμαχίων  Δύο από αυτά συνεχίζουν και υπάρχουν και σήμερα στη θέση τους. Το δεύτερο είναι μόλις 2,15 μέτρων από το έδαφος, περίπου στο ήμισυ του ύψους του πρώτου: είναι προφανές ότι το πέρασμα κόνταινε απότομα προς το μέσον του.
Όταν έχει περάσει κανείς την πόρτα, βρίσκεται κλεισμένος μέσα σε ένα μικρό οχυρό σε σχήμα ακανόνιστου τετραγώνου, που είναι μάλλον μακρύ, παρά πλατύ. Η μόνη είσοδος από αυτό το είδος της πύλης στο πρώτο οχυρό της πόλης είναι μια μικρή πόρτα πλάτους μόλις 1,40 μέτρων. Καθώς το έδαφος αρχίζει να υψώνεται αρκετά γρήγορα, η πόρτα αυτή υψώνεται και αυτή ακολουθώντας το πάχος του τείχους. Οι τέσσερις ίσοι λίθοι, που την καλύπτουν, σχηματίζουν το καθένα μια μύτη (εξοχή) και είναι βαλμένα σαν τα σκαλοπάτια μιας ανάποδης σκάλας. Ίσως αν έσκαβε κανείς να έβρισκε και στο δάπεδο τέσσερα αντίστοιχα σκαλοπάτια. Να, μια ιδιαίτερα άβολη είσοδος για πόλη: και μόνο με αυτή την ένδειξη μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο απλή και πρωτόγονη ήταν η ζωή των κατοίκων. Έτσι, η μεγάλη πόρτα που είχαν κατασκευάσει ήταν απλώς για τα μάτια: δεν μπορούσαν να μπουν στο οχυρό τους ούτε με αμάξια ούτε με τα ζώα, αν κουβαλούσαν πράγματα. Ένας έφιππος ήταν αναγκασμένος να κατέβει στο έδαφος. Όλα θυσιάζονταν για την ασφάλεια του χώρου, που μοιάζει μάλλον να ήταν για να μπορεί να αμυνθεί κανείς παρά για να χρησιμοποιηθεί για την επιβίωσή του. Αναρωτιέται μάλιστα κανείς πώς μπορούσαν, σε μια επείγουσα στιγμή, να βάλουν μέσα τις σοδιές τους, τα κοπάδια τους και τα εργαλεία τους…».

Το σημερινό χωριό
Το χωριό ιδρύθηκε από νομάδες κτηνοτρόφους οι οποίοι χρησιμοποιούσαν την περιοχή κατά τους χειμερινούς μήνες. Στην απογραφή του 1851 Μάνινα αναφέρεται ως θέση βλαχοποιμένων, όπως και η Ρίγανη. Γύρω στο 1860 το Ελληνικό Κράτος έβγαλε ένα νόμο (ΦΕΚ 12/2 Μαΐου 1858 και ΦΕΚ 14/9 Απριλίου 1959), με τον οποίο υποχρέωνε τους νομάδες που πηγαινοέρχονταν μεταξύ ελληνικού και τουρκικού κράτους ή να εγκατασταθούν μόνιμα δημιουργώντας χωριά ή να μην ξαναπεράσουν τα σύνορα. Οι νομάδες αυτοί αποφάσισαν να εγκατασταθούν οριστικά και μόνιμα πια στο Ξηρόμερο αφήνοντας για πάντα τον νομαδικό βίο και να ασχοληθούν και με την καλλιέργεια της γης. Έτσι δημιούργησαν χωριά: Στράτος (Σοροβίγλι), Γουριώτισσα (Κατσαρού), Όχθια, Στρογγυλοβούνι (Καλέτζι), Παλαιομάνινα (Κουτσομπίνα), Αγράμπελο (Νταγιάντα) και Νούσια. Το Νούσια ή Στουρνάρι ήταν το έβδομο χωριό των Βλάχων στην Ακαρνανία, που σήμερα δεν υπάρχει και βρίσκονταν κοντά στη Χρυσοβίτσα, απέναντι από το Αγράμπελο. Αργότερα και κυρίως τον περασμένο αιώνα η Παλαιομάνινα από παραδοσιακό κτηνοτροφικό χωριό εξελίχθηκε σε γεωργοκτηνοτροφικό με βασική απασχόληση των κατοίκων την καλλιέργεια καπνού (μυρωδάτο Αγρινίου και Βιρτζίνια), η οποία τα τελευταία χρόνια έχει σταματήσει καθώς δεν επιχορηγείται. Επίσης μετά από απαλλοτρίωση δόθηκαν στους κατοίκους του χωριού μερίσματα στην περιοχή Λεσινίου.

Πηγές φωτογραφιών

- Πύλη της οχύρωσης της Παλαιομάνινας με ημικυκλικό, εκφορικής κάλυψης τόξο και αυλόπορτα (Φωτ. F. Noack, Αρχείο DAI Berlin).

- Oeniadae: History and Topography
Authors: Benjamin Powell
Source: American Journal of Archaeology


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου