Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

Όταν ο Κωστής Παλαμάς ενσάρκωνε το Θεό με τη πένα του




Ένα xριστουγεννιάτικο ποίημα του  μεγάλου Μεσολογγίτη ποιητή που προσεγγίζει και ζη, υμνολογεί και δοξολογεί τις γιορτές της Ορθόδοξης Εκκλησίας  με την επιθυμία να ήταν ένα άχυρο στο στάβλο όπου γεννήθηκε ο Χριστός


Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη

 Χριστούγεννα σήμερα , τα οποία μάς φέρνουν μηνύματα αγάπης, χαράς και πίστης. Ο άνθρωπος,  όπως ανέφερε ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Δημήτρης Λιαντίνης έλεγε ότι :<< το να υπάρχεις ελληνικός δηλώνει τέσσερις τρόπους συμπεριφοράς. Ένα από τους τρόπους συμπεριφοράς είναι:
«…Ότι αποθεώνεις την εμορφιά· γιατί η εμορφιά είναι
δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου.
Και κυρίως αυτό: ότι αγαπάς τον άνθρωπο.
Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό
πλάσμα μέσα στο σύμπαν».

Γι΄ αυτό τα μηνύματα αυτά δεν έχουν σκοπό να μας υπενθυμίζουν να δείχνουμε την ανθρωπιά μας  μια φορά το χρόνο, αλλά, συνέχεια γιατί η ανθρωπιά υπάρχει και είναι βαθιά χαραγμένη μέσα μας αρκεί να την βρούμε και να την δώσουμε απλόχερα!

Στο Αναγνωστικό βιβλίο της ΣΤ' Δημοτικού 1952 ο Κωστής Παλαμάς με έναν αθώο και όμορφο τρόπο γράφει με μεγαλείο το ποίημα» Αστέρι Θεϊκό» το οποίο σας παραθέτουμε παρακάτω:

 Τι φῶς καὶ χρῶμα κι ἐμορφιὰ νὰ σκόρπιζε τ’ ἀστέρι,
  ὁποὺ στὴν κούνια τοῦ Χριστοῦ, τοὺς μάγους ἔχει φἑρει!...
Νἄμουν τοῦ σταύλου ἕν’ ἄχυρο, ἕνα φτωχὸ κομμάτι,
τὴν ὥρα π’ ἄνοιξ’ ὁ Χριστὸς στὸν ἥλιο του τὸ μάτι!
Νὰ ἰδῶ τὴν πρώτη του ματιὰ καὶ τὸ χαμόγελό του,
τὸ στέμμα τῶν ἀκτίνων του γύρω στὸ μέτωπό του.
Νὰ λάμψω ἀπὸ τὴ λάμψη του κι ἐγὼ σὰ διαμαντάκι,
νὰ μοσχοβοληθῶ κι ἐγὼ ἀπὸ τὴν εὐωδία,
ποὺ ἄναψε στὰ πόδια του τῶν μάγων ἡ λατρεία...

Ἄχ, ἄχ, χριστουγεννιάτικο τῆς φαμελιᾶς τραπέζι,
ποὺ ταίρι ταίρι ἡ ὄρεξη μὲ τὴν ἀγάπη παίζει!
Τὰ ποτηράκια ἠχοῦν γλυκά, λαμποκοποῦν τὰ πιάτα,
γύρω φαιδρὰ γεράματα καὶ προκομένα νιάτα!
Γάλλος στὴ μέση ὁλόζεστος μοσχοβολᾶ, ροδίζει,
μοιράζει ἡ μάνα γνωστικὰ καὶ τὴ χαρὰ σκορπίζει...
Καὶ νά, ἀρχίζει ἀκούραστη ὁ πάππος ὁμιλία,
τῶν Χριστουγέννων μιὰ γνωστὴ πανάρχαια ἱστορία...
Νἄμουν τοῦ σταύλου ἕν’ ἄχυρο, ἕνα φτωχὸ κομμάτι,
τὴν ῶρα π’ ἄνοιξ’ ὁ Χριστὸς στὸν ἥλιο του τὸ μάτι!

Ο κύριος Κώστας Παπαδημητρίου, σ. Σχολικός Σύμβουλος παραπέμπει από σημειώσεις φίλης του τα εξής:

Ιδιαίτερα στέκεται μπροστά στο «Μέγα μυστήριον» της ενανθρώπισης του Θεού, της αγάπης και της θείας συγκατάβασης, τα Χριστούγεννα. Τον θαμπώνει με τη λάμψη του το ανέσπερο φως του Άστρου της Βηθλεέμ.
Στο δεύτερο μέρος του ιδίου ποιήματος με τίτλο «Χριστούγεννα» καταφέρνει ο ποιητής και συνδυάζει τη μεγάλη αυτή γιορτή με τις παραδόσεις του λαού μας και τα έθιμα της χριστιανικής οικογένειας. Πόση οικογενειακή θαλπωρή δε σκορπίζουν σε μικρούς και μεγάλους οι στίχοι:

«Αχ! αχ!, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
που ταίρι ταίρ’ η όρεξη με την αγάπη παίζει!
Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά, λαμποκοπούν τα πιάτα,
Γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα!»

Επανέρχεται στο ίδιο ποίημα με στίχους πνευματικότερους. Θέλει με ταπείνωση να πλησιάσει το θείο Βρέφος και να νιώσει το λυτρωτικό μήνυμα που εκπορεύεται από την ταπεινή φάτνη. Πλησιάζει νοερά και αντικρίζει τον νεογέννητο Χριστό και με ταπείνωση και συντριβή δέεται με την αγνότητα μικρού παιδιού:

«Νάμουν του στάβλου έν’ άχυρο, ένα φτωχό κομμάτι,
την ώρα π’ άνοιξ’ ο Χριστός στον ήλιο του το μάτι!
Να δω την πρώτη του ματιά και το χαμόγελό του,
το στέμμα των ακτίνων του γύρω στο μέτωπό του
να λάμψω από τη λάμψη του κι εγώ σα διαμαντάκι,
κι από τη θεία του πνοή να γίνω λουλουδάκι,
να μοσχοβοληθώ κι εγώ από την ευωδία
που άναψε στα πόδια του των Μάγων η λατρεία.
Να ιδώ την Αειπάρθενο, να ιδώ το πρόσωπό της,
πως εκοκκίνισε, καθώς πρωτόειδε το μικρό της,
όταν λευκό, πανεύοσμο το προσωπάκι εκείνο
της θύμισ’ έτσι άθελα του Γαβριήλ τον κρίνο…».

Τέτοια λόγια σάλπισε η φωνή του ποιητή ‘κείνη την καλή του ώρα που συνταίριαζε μες την αγνή ψυχή του ένα από τα μελωδικότερα τραγούδια του. Απλό και πολύ ποτισμένο με στοχαστική χαρά και υπεράνθρωπη γαλήνη.



Τα πνευματικά ερεθίσματα από τη θεία μορφή του νεογέννητου Βρέφους είναι έντονα και χαράζονται βαθιά μέσα του. Τόσο που τον επηρεάζουν και στον ύπνο του. Βλέπει όνειρο που το διηγείται στη συλλογή του: «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου». Αποσπούμε το σχετικό κομμάτι:

«Στο πατρικό το εικονοστάσι το σκοτεινό βρέθηκ’ αγνάντια.Ανάμεσα στις εικόνες μια Παναγιά σαν αλυσοδεμένη μέσα στο γαλάζιο της μανδύα, μα πάντα στην όψη της κρατώντας μιαν αυστηρή προσήλωση σε κάτι υπερκόσμιο. Στην αγκαλιά της το Θεάνθρωπο Βρέφος.
Έξαφνα το Θεάνθρωπο Βρέφος σάλεψε σα να ήθελε να λυτρωθή από την αγκαλιά της Μητέρας του και νάβγη από τη φυλακή της εικόνας. Άπλωσε προς εμένα τα χεράκια του, μου χαμογέλασε και τα χεράκια του τα κράτησε αποπάνω μου, σα να ήθελε να μ’ ευλογήση, σα νάθελε να παίξη μαζί μου, με σάλεμα, μαζί περίχαρο και μυστικό και υπέρτατο, σαν παιδιού και σα Θεού.
Κ’ ένα μυστικό ψιθύρισμα χάϊδεψε τ’ αυτιά μου:
-Πιστεύεις;
Κ’ εγώ αισθάνθηκα πρωτάκουστη συγκίνηση και λύγισα τα γόνατά μου για να προσπέσω στα πόδια του. Αλλά κρατήθηκ’ αμέσως από κάποιο άλλο αίσθημα αμφιβολίας και περηφάνειας και του αποκρίθηκα:
-Πιστεύω πως ονειρεύομαι. Μακάρι να είταν αλήθεια. Όνειρο ωραιότερο δεν ξανάειδα, ούτε θα ξαναϊδώ. Ξέρω πως κοιμάμαι και πως θα φύγη τόνειρο.
Ακούστηκαν βροντόλαλες οι Χριστουγεννιάτικες καμπάνες (Άπαντα, τομ. 4, σελ. 291).

Τον κατέχει η αιώνια δίψα του καθαρού αγναντέματος των θείων οραμάτων φυλαγμένη από τη σκληρή κρυάδα των φιλοσοφικών θεωριών και της φυλακής του λογικού και σε τέτοιες στιγμές που είναι οι ουσιαστικότερες κινήσεις της ψυχής του, βυθίζει τον εαυτό του στα ενδότερα και αδιόρατα κρησφύγετα της ύπαρξής του και βλέπει με τα άϋλα μάτια του, μάτια μεταφυσικά, κόσμους υπερούσιους, «πράγματα κρυμμένα και αθώρητα». Διαβάζουμε στο ποίημα του

«Τα μάτια της ψυχής μου»:

Στα βάθη της ψυχής μου, χαρίσματα θεϊκά
ολανοιγμένα νιώθω δυό μάτια μυστικά.
Δεν τα φωτίζει ο ήλιος που λάμπει για τη γη
και παίρνουν φως απ’ άλλη πιο καθαρή πηγή.
Στα βάθη της ψυχής μου, που πάθη ταπεινά
δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια φωτεινά.
Και βλέπω τα κρυμμένα, τ’ αθώρητα θωρώ,
τον άνθρωπο, την πλάση, τ’ αστέρια, τον καιρό.
Στα βάθη της ψυχής μου κι εκεί που δεν μπορείς
ποτέ σου νάμπης-νιώθω δυό μάτια ολημερίς…
Χειροπιαστά ξανοίγω τα πλάσματα του νου
κι απάνου μου σκυμμένους αγγέλους τ’ ουρανού.
Εκεί που η σκύλα η Έγνοια δεν πάει, δεν αλυχτά,
μέσ’ στην ψυχή μου κρύβω δυό μάτια ολανοιχτά.
Μια μέρα τ’ άλλα μάτια, που είναι από γη πλαστά
θα λυώσουν μες το μνήμα με το κορμί κλειστά.
Στα βάθη της ψυχής μου που πάθη κοσμικά
δεν έχουν τόπο, νιώθω δυό μάτια μυστικά.
Αυτά δε θα κλειστούνε ποτέ, δε θα χαθούν,
ελεύθερα μια μέρα γοργά θα φτερωθούν.
Τα μάτια της ψυχής μου, τα μάτια τα θεϊκά
που μέσα μου ανοιγμένα τα νιώθω μυστικά,
ψηλότερ’ απ’ τ’ αστέρια, στον έβδομο ουρανό
θα τ’ ανταμώσουν πάλι το Φως το αληθινό.

Στην ίδια ποιητική ενότητα και κάτω από τον τίτλο «Μεσσίας» στηρίζονται πέντε ποιήματά του από τα οποία τα τέσσερα είναι αφιερωμένα στα Χριστούγεννα. Εκφράζει και σ’ αυτά τα συναισθήματα που πλημμυρίζουν την ψυχή του μπροστά στο θαύμα της ενανθρώπησης του Θεού.

Το πρώτο έχει επικεφαλίδα «Ένας Θεός». Σε τόνο εσωτερικό, προσωπικό, με συντριβή καρδιάς και ταπείνωση μπροστά στη θεία Γέννηση, διαπιστώνει μιαν αλήθεια που συνέλαβε ενοραματικά η ψυχή του:

«Ενας Θεός»

Ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
το μέτωπό μου λάμπει σαν αστέρι…

Στο Θεό φανήτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τάγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.
Φέρτε μου, Μάγοι -θεία βουλή το γράφει-
τα σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι!

Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!
Και σεις θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια
στην καρδιά στην κούνια του σκυμμένα
με της αθανασίας τα τραγούδια,
υμνολογείτε σεις τη θεία τη γέννα.
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί
και το κορμί μου φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός
ω, μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!


Χρόνια Πολλά και Καλά Χριστούγεννα!





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου