Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

Λεωνίδας Μπαμπάνης: Πιστός Χριστιανός και γενναίος Ρωμηός

Λεωνίδας Μπαμπάνης


Αποκαλυπτικός διάλογος  του αίλουρου των αποδράσεων λήσταρχου με συγκρατούμενό του  στις φυλακές για  το βλάχικο γλωσσικό  ιδίωμα και την πίστη στον Χριστό


Του Γιώργου Π. Μπαμπάνη

Η τελευταία παράγραφος  ενός  άρθρο υπό τον τίτλο «Αρμάνικα/Βλάχικα» του λαϊκού ερευνητή, συγγραφέα, χοροδιδασκάλου, καθηγητή Αγγλικών και απόφοιτου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,  Φιλοσοφικής Σχολής (Τμήμα Ξένων Γλωσσών) κ. Γιάννη Τσιαμήτρου από τη Βέροια, το οποίο διάβασα στο facebook «Ξηρολίβαδο» με εντυπωσίασε  για την εκτίμηση, την πίστη, που είχαν οι Αρμάνοι/ Βλάχοι για το ριμένικο γλωσσικό ιδίωμα και τον Χριστό.  Ο κ. Τσιαμήτρος παραθέτει τον ακόλουθο διάλογο, που έγινε προπολεμικά ανάμεσα στον  γνωστό μας από προηγούμενη ανάρτησή μας  ληστή Λεωνίδα Μπαμπάνη και τον δάσκαλο (;) Μίμη Κοντοζίνη στον αυλόγυρο των φυλακών Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ) και που ήταν καταχωρημένος στην εφημερίδα «ΦΩΣ» της Θεσσαλονίκης ( τον απέδωσε κατά προσέγγιση, γιατί προ πολλού έχας ετο σχετικό απόκομμα, όπως σημειώνει.  Ο συγκρατούμενος του Μπαμπάνη αγανακτούσε που άκουγε τον Λεωνίδα να μιλάει ρινινέστι / βλαχιστί με τους βλαχόφωνους της συμμορίας του. Κάποια, λοιπόν, μέρα ξέσπασε και του λέει:
- Γιατί, μωρέ, μιλάτε βλάχικα και όχι ελληνικά;
- Γιατί τα βλάχικα, Κοντοζίνη, είναι ευλογημένα από τον Χριστό. Γιατί όσοι μιλούν βλάχικα δεν προσκύνησαν σε τζαμί, όπως το έκαμαν άλλοι. Και μάθε ότι οι Βλάχοι είμαστε πρώτοι στ’άρματα και ότι κοντά από μας έρχονται οι Ρουμελιώτες. Και συ ρε Κοντοζίνη, που είσαι γραμματιζούμενος και θέλεις να μας γίνεις καπετάνιος, όταν το σκάσουμε από ‘δω, τί όνομα είναι αυτό που έχεις; Πάει σε καπετάνιο να λέγεται Καπετάν Μίμης;
- Και πώς πρέπει να λέγομαι;
- Να λέγεσαι Καπετάν Μήτρος ή Καπετάν Μητρούσhας.

Πρόκειται για ένα ακόμα ηχηρό ράπισμα από έναν Αρμάνο,  ο οποίος καταδεικνύει ότι ως Ρωμηός, κυρίως μετά 33ο μ.Χ. που στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία  άρχισε να κυριαρχεί ο Χριστιανισμός, είχε γίνει ο πιο φανατικός  αυτόχθων Έλληνας και Χριστιανός Ορθόδοξος.

Ο Λεωνίδας Μπαμπάνης, που είναι γνωστός  ως αίλουρος των αποδράσεων, υπήρξε ένας από τους πιο σκληρούς λήσταρχους μαζί με τον αδερφό του Πάντο Μπαμπάνη, που συνέπρατταν με εκείνη του Φώτη Γιαγκούλα. Η δύσκολη μάχη στη θέση Κόκκαλα στις 21 Σεπτεμβρίου του 1925 ανάμεσα στους ληστές και στα καταδιωχτικά αποσπάσματα έχει πια τελειώσει. Ο χώρος μετά την τελευταία ντουφεκιά θύμιζε θάνατο. Το μόνο που μπορούσε κανείς να αντικρίσει ήταν τα νεκρά κουφάρια των ληστών, τραυματισμένα κορμιά που ζητάνε νερό και μια γάζα για να κλείσουν τις πληγές τους και μέσα σε όλο αυτό ο εφιάλτης των χωροφυλάκων μετατρέπεται σε παράδεισος όταν θα κόψουν τα κεφάλια των ληστών για να βεβαιωθούν ότι πλέον δεν θα τους ξαναενοχλήσει η πιο σκληρή και άγρια συμμορία του μεσοπολέμου. Σπασμοί ζωής και σπασμοί θανάτου έχουν πια περάσει στην αχερούσια διαδικασία της μνήμης. Ο μόνος που δεν αποκεφαλίστηκε αλλά πιάστηκε αιχμάλωτος δεμένος με ένα δερμάτινο λουρί για να παρακολουθήσει τη μακάβρια στιγμή του αποκεφαλισμού του αδερφού του και των συντρόφων του ήταν ο Λεωνίδας Μπαμπάνης που παρότι ανίκανος να κάνει οτιδήποτε, διψούσε για εκδίκηση…

Ο Όθων έκανε πολλούς άτακτους αγωνιστές του 1821 να «βγουν στο κλαρί»!

Οι ληστές, όπως είχαμε αναφέρει και σε προηγούμενο κείμενο στη σελίδα μας καθώς και στο βιβλίο του Βασίλη Τζανακάκη <<Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν >> , απέκτησαν την ταυτότητα τους στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα, και ειδικά η πρωταρχική αιτία να τη δηλώσουν υπήρξε το διάταγμα της Αντιβασιλείας για τη διάλυση των σωμάτων των ατάκτων αγωνιστών της Επανάστασης. Η φιλοδοξία της Αντιβασιλείας να δημιουργήσει τακτικό  στρατό αποκλείοντας όμως από αυτόν την ένταξη εκείνων που πραγματικά έκαναν την Επανάσταση και ουσιαστικά απελευθέρωσαν τη χώρα, μαζί με το διάταγμα για τη διάλυσή τους, υπήρξε η κυριότερη αφορμή για την εκδήλωση της ληστείας.
Ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν αγροτικός στο μεγαλύτερο μέρος του, και η μετάβαση του στον αστικό βίο έγινε χωρίς να έχει υπάρξει καμία υποδομή, παιδεία και πληροφόρηση. Έτσι, παρουσιάστηκε το φαινόμενο οι ληστές, ως εκπρόσωποι  της αγροτικής τάξης, να έρχονται άμεσα αυτοί  σε φανερή σύγκρουση και σκληρή αναμέτρηση με τις αρχές, τους τσιφλικάδες και τους προύχουντες. Φαινόμενο που έχει την εξήγησή του στην καταπίεση που ασκούσαν οι δεύτεροι με την εξουσία, το χρήμα και το διοικητικό μηχανισμό που κρατούσαν στα χέρια τους. Είναι γεγονός πως οι ληστές στην Ελλάδα ήταν στη μεγάλη πλειοψηφία τους χωρικοί, που είτε δεν είχαν την ικανότητα να προσαρμοστούν στο κοινωνικό σύνολο είτε η κοινωνική αδικία, πολλές φορές, κατά τη δική τους αντίληψη, τους εξανάγκαζε <<να βγουν στο κλαρί>>. Άλλοι λόγοι, που κρατάνε και μέχρι τις μέρες μας ήταν βεντέτα και η ζωοκλοπή.
Όσον αφορά  στο τον τρόπο ζωή τους ήταν σχεδόν όλοι θρησκευόμενοι, βάφτιζαν, στεφάνωναν, έκαναν κουμπαριές, προστάτευαν ορφανά, προίκιζαν κοπέλες, και οι συγγενείς ένιωθαν περήφανοι. Έτσι, επιβεβαιώνεται η διαπίστωσή μας  που προκύπτει από τον διάλογο του Λεωνίδα Μπαμπάνη με τον Κοντοζίνη. Οι χωριανοί τους  τιμούσαν τις μανάδες και τις γυναίκες τους, αποκαλώντας τες <<καπετάνισσες>>. Είχαν δικό τους <<δίκαιο>> και δικούς τους <<νόμους>>. Σπάνια γυναίκα προσβαλλόταν από ληστή. Επομένως,  δεν ήταν καθόλου παράξενο που οι ιστορίες των ληστών είχαν τεράστια απήχηση στο ευρύ κοινό. Έτσι εξηγείται και η ηρωοποίησή τους, καθώς και ο μύθος τους που χτίστηκε σιγά σιγά γύρω τους.  Ίσως σε αυτό το σημείο καταλαβαίνουμε ότι μάς θυμίζει τον αρχετυπικό  Άγγλο λαϊκό ήρωα Ρομπέν των Δασών. Ένας αβρός κι ευσεβής παράνομος της μεσσαιωνικής εποχής, ο οποίος είναι διάσημος από σύγχρονες εκδοχές του θρύλου για το γεγονός ότι άρπαζε χρήματα από τους πλούσιους και τα μοίραζε στους φτωχούς, πολεμώντας την τυραννία και την αδικία. Επίσης,  παρουσιάζεται ως ένας δεινός τοξοβόλος. Αυτός κι οι ακόλουθοί του συνήθως συσχετίζονται με το Δάσος του Σέργουντ στο Νότιγχαμ

 Ο << Γάτος των αποδράσεων>>  Λεωνίδας Μπαμπάνης

 Ας ξαναγυρίσουμε τον Λεωνίδα Μπαμπάνη. Όταν, λοιπόν,  η Χωροφυλακή ολοκλήρωσε  την αποστολή της θεώρησαν ότι όλα έχουν τελειώσει με τους λήσταρχους. Όμως ο χρόνος είναι αδιαπέραστος, αμείλικτος και αδιάφορος για τις σκέψεις, τα όνειρα και τις επιθυμίες των ανθρώπων. Και τα γεγονότα που για ακόμα μια φορά θα αποδειχθούν απρόβλεπτα θα εξακολουθήσουν να τρέχουν. Και αυτό διότι ο  Λεωνίδας Μπαμπάνης ο μοναδικός επιζών και ίσως ο πιο άγριος της συμμορίας θα καταφέρει να το σκάσει και στη συνέχεια με ψυχραιμία και ταχύτητα αίλουρου, θα πηδήσει κατρακυλώντας μέσα σε μια βαθιά χαράδρα. Αμέσως θα σπείρει το πανικό στη χωροφυλακή και θα κάνει τον μοίραρχο Πετράκη να ουρλιάζει και να βρίζει. Μέσα στο γενικό χαμό που επικρατούσε, άτομα της χωροφυλακής κατέβηκαν στη χαράδρα, αλλά μάταια, διότι είχε γίνει… άφαντος. Αυτή ήταν η τέταρτη φορά που ο Λεωνίδας θα γίνει καπνός πηδώντας από ύψος σχεδόν 50 μέτρων στο κενό. Η πρώτη ήταν όταν πήδηξε σε μια χαράδρα του Τύρναβου, ενώ καταδιωκόταν από ένα χωροφύλακα καταφέρνοντας έτσι να διαφύγει τη σύλληψη. Η δεύτερη όταν πήδηξε από τεράστιο ύψος προκειμένου να ειδοποιήσει τους συντρόφους του για την επικείμενη άφιξη ενός αποσπάσματος χωροφυλάκων και η τρίτη όταν κατάφερε να διαφύγει από τη φυλακή πηδώντας από ύψος δέκα μέτρων.

 Έτρεχε σαν τον άνεμο, ανεβοκατέβαινε τις πλαγιές, κατηφόριζε τις κορυφές σε σκιερές χαράδρες, ακολουθούσε τις νεροσυρμές που τις γνώριζε ακόμη και με κλειστά μάτια. Σε ηλικία 24 ετών έγινε μέλος της συμμορίας του αδερφού του που <<συνέπραττε>> μ΄ εκείνη του Γιαγκούλα

Θα ζήσει σαν κυνηγημένο αγρίμι, με μόνη συντροφιά το σαράκι της εκδίκησης, να του κατατρώει το μυαλό, αλλά, και τον βαθύ φόβο της παγανιάς, το συναπάντημά του με κάποιο από τα δεκάδες καταδιωκτικά αποσπάσματα που σάρωναν τον τόπο. Έτσι αποφάσισε να βρει προστασία σε κάποιο ληστοτρόφο Αλβανό φύλαρχο. Χτυπημένος από τη φυματίωση που του κατατάραζε το σώμα και ο έντονος πυρετός και ο βήχας προσπαθούσαν να το αποτελειώσουν αλλά εκείνος δεν το έβαζε κάτω. Έτσι αφού πέρασε ο καιρός και, εκείνος ο βαρύς χειμώνας του 1925 όλοι θεωρούσαν ότι μάλλον είχε τελειώσει ο προστάτης των φτωχών, ο θρυλικός λήσταρχος. Ωστόσο με τον ερχομό της άνοιξης  αφού του έγιαναν οι πληγές του και απάλυνε τους πόνους  ο Λεωνίδας ήταν έτοιμος για δράση. Και όσο του ερχόταν η εικόνα που του έμεινε χαραγμένη στο μυαλό, η μεταθανάτια διαπόμπευση των αγαπημένων συντρόφων τόσο περισσότερο λαχταρούσε για εκδίκηση. Έτσι ξεκίνησε να καταστρώνει σχέδια. Τον Απρίλιο 1926 αιχμαλωτίζει τον Γιώργο Γουσα στο Καρατζόλι, αλλά δεν του πείραξε τρίχα από τα μαλλιά του. Ωστόσο τον ορμηνεύει να πάει στο πλούσιο θείο του  για να του φέρει 50.000δρχ.

Στη συνέχεια έχοντας δυο νέους συντρόφους τον Χρήστο Λεβέντη και τον Δημαρέλη αιχμαλωτίζει στην Ελασσόνα τον πλούσιο κτηνοτρόφο Κατσαβό τον οποίο και κατακρεουργεί.. Κάπως έτσι σκορπίζει τον τρόμο και εξαφανίζεται όταν βλέπει να τον πλησιάζουν καταδιωκτικά αποσπάσματα. Το Νοέμβριο του 1926 μέχρι το τέλος της επόμενης χρονιάς μεταβαίνει ύστερα από προτροπές κάποιου φίλου να φύγει για την Αλβανία όπως και το έπραξε κι ήταν το ιδανικό για εκείνον και τους συντρόφους του να συλλάβουν τον τρόπο εκδίκησης για τους συντρόφους του. Έτσι,στις 15 Φεβρουαρίου του 1928 θα κάνει μια ξαφνική επανάσταση μέσα στην Κατερινή  στην καρδιά της στρατιωτικής και αστυνομικής εξουσίας, σκορπίζοντας τον τρόμο σε κόσμο και κοσμάκη. Πράγματι η εμφάνιση εκείνη του Λεωνίδα Μπαμπάνη με τους καινούριους συντρόφους του Νίκο Τυροδήμου και Χρήστο Λεβέντη αποτέλεσε συγκλονιστικό γεγονός για τους δημοσιογράφους εκείνης της εποχής. Για τους ληστές ο στόχος ήταν ένας. Ο καταδότης Γρηγόρης Γκόρτσος ή Γιουλάκης. Ήταν εκείνος που τους είχε καταδώσει στη χωροφυλακή της Κατερίνης και παρέδωσε κάτι επιστολές που του είχαν εμπιστευτεί οι λήσταρχοι Γιαγκούλας και Πάντος Μπαμπάνης για να τις μεταφέρει στους αδερφούς ραπταίους αλλά εκείνος τις πήγε στη χωροφυλακή.. Για τις υπηρεσίες του αυτές, να εντοπίσουν και να σκοτώσουν τους λήσταρχους είχε  σαν αποτέλεσμα να τον ανταμείψουν πλουσιοπάροχα κάνοντάς τον υπενωματάρχη της χωροφυλακής και δίνοντας του σπίτι στη πόλη της Κατερίνης   όπου και κατοικούσε. Παρ ΄ όλα αυτά, το σχέδιο επιχείρηση στη Κατερίνη δεν πήγε καλά για το λήσταρχο Λεωνίδα Μπαμπάνη και απέτυχε και μαζί με αυτό είχε ως συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του λήσταρχου Νίκου Ταραδήμου. Οι πληροφορίες λένε ότι τραυματίστηκε από ένα μπαμπέσικο χτύπημα των αδελφών Σβαρναίων. Κάπως έτσι ξεκινάει το 1930 η αντίστροφη μέτρηση για τον ληστή. Στις 31 Ιανουαρίου πολυάνθρωπα και έμπειρα καταδιώχτηκα αποσπάσματα έχουν ανακαλύψει τα ματωμένα ίχνη κοντά στο χωριό Βαρικούσα και ο φοβερός ληστής θα αρχίσει να νιώσει την ανάσα των χωροφυλάκων στο σβέρκο του. Όλα τα αποσπάσματα Τρικάλων, Κοζάνης, Γρεβενών, Σερβιών και Ελασσόνας έχουν ζώσει σφιχτά τη δασώδη περιοχή του Κοκκονόλογγου στα όρια της περιφέρειας της Ελασσόνας και Καλαμπάκας. Όσο στένευε ο κλοιός τόσο η αντίστροφη μέτρηση για το ληστή στένευε.  Μέχρι που δυο αξιωματικοί αποφασίζουν να μπουν στο βαθύ δάσος με ένα σκυλί. Το σκυλί καταλαβαίνει τους ληστές. Οι ληστές  χωρίς να έχουν άλλη επιλογή πυροβολούν . Οι υπόλοιποι ανταποδίδουν στα πυρά των ληστών και σε κάποια στιγμή ακούστηκε ο Λεωνίδας Μπαμπάνης να φωνάζει << με φάγανε τα σκυλιά>>.  Κάπως έτσι ο ληστής Λεωνίδας Μπαμπάνης πέφτει νεκρός στο έδαφος και με το δικό του κοφτερό γιαταγάνι του έκοψαν το κεφάλι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου