Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Το Νεκρομαντείο του Αχέροντα στην αρχαία ελληνική γραμματεία και τον ελληνοβλάχικο λόγο


Από την Ραψωδία λ΄ («Νέκυια») της Οδύσσειας στον ελληνοβλάχικο  «νεκάτο» ( = πνιγμένο στο νερό)

Γράφει ο Γιώργος Π. Μπαμπάνης

Η αρχαία Ελλάδα κατά καιρούς μάς εντυπωσιάζει από την ιστορία της, τις επιστήμες της , τη λατρεία προς τους θεούς, την αρχιτεκτονική της , τη φιλοσοφία, την ψυχαγωγία και τον αθλητισμό. Ένας πολιτισμός που εδώ και 3.000 χρόνια παραμένει ζωντανός και δεν παύει να μας εκπλήσσει κάθε φορά που γίνεται και μια νέα αρχαιολογική ανακάλυψη. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός έχει κάτι το γοητευτικό κάτι το ιδιαίτερο, που όσο και να θέλουμε να τον συγκρίνουμε με άλλους πολιτισμούς εκείνος κάθε φορά θα έχει τον τρόπο του να διαφέρει από τους υπόλοιπους…


 Τα μαντεία, ωστόσο, είχαν κάτι το ιδιαίτερο. Τα πιο γνωστά μαντεία στην Αρχαία Ελλάδα ήταν το Μαντείο των Δελφών, της Δωδώνης και του Αχέροντα. Η διαφορά είναι ότι στα δύο πρώτα αιτούσαν από τους ιερείς χρησμό, ο οποίος δινόταν αλληγορικά, ώστε να εξηγηθεί κατά δοκούν, ενώ στο τελευταίο δεν έχουμε χρησμό, αλλά μυσταγωγία της επαφής με είδωλα και ήχους νεκρών συγγενικών και φιλικών προσώπων….



Το καλοκαίρι του 2013, ο Πολιτιστικός Σύλλογος << Το Ψηλοβράχι>> του χωριού μας διοργάνωσε μια εκδρομή στην Πρέβεζα,  το Σούλι και στα Σύβοντα και είχε τεράστια επιτυχία με αρκετές παρουσίες. Το πρόγραμμα περιείχε και την επίσκεψη στο νεκρομαντείο του Αχέροντα, όπου την περιήγηση – ξενάγηση του χώρου μάς την παρουσίασε η πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου καθηγήτρια της φιλολογίας Πηγή Χαντζή. 

Το αρχαίο Νεκρομαντείο του Αχέροντα βρίσκεται στο χωριό Μεσοπόταμος, του Νομού Πρεβέζης, στο σημείο όπου κατά τον Όμηρο "έσμιγε ο ποταμός Αχέρων με τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα, στις βορειοδυτικές όχθες της Αχερουσίας Λίμνης, η οποία αποτελούσε την είσοδο του κόσμου των ψυχών". Το Νεκρομαντείο είναι χτισμένο στην κορυφή ενός λόφου, στον οποίο κατέληγαν οι επισκέπτες από το Ακρωτήρι Χειμέριο του χωριού Αμμουδιά, για να επικοινωνήσουν με τις ψυχές των αγαπημένων τους προσώπων. Ο Όμηρος στην Οδύσσεια περιγράφει αναλυτικά την περιοχή κατά την κάθοδο του Οδυσσέα στον Άδη. Μετά την αποξήρανση της λίμνης Αχερουσίας τη δεκαετία του 1950, η όλη γεωγραφία της περιοχής έχει αλλάξει και το μόνο που παραμένει είναι η ήρεμη συμβολή Αχέροντα και Βωβού ποταμού στην πεδιάδα, λίγα μέτρα κοντά στο λόφο του Νεκρομαντείου. Η πρώτη λειτουργία και κατασκευή του Νεκρομαντείου ανάγεται στους μυκηναϊκούς χρόνους (1200 π.Χ.), όμως πολλά από τα σημερινά ερείπια φαίνεται να είναι Ελληνιστικής Εποχής (323 π.Χ .και μετά).


 Στο Νεκρομαντείο Αχέροντα για να έχει ο επισκέπτης επαφή με τις ψυχές των νεκρών, έπρεπε να τελέσει προσφορές και να τη βγάλει από τη λήθη δίνοντάς της να πιει αίμα. Πέραν αυτού έπρεπε να υποβληθεί σε πολυήμερη δοκιμασία ψυχικού και σωματικού καθαρμού. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Ομήρου σύμφωνα με την οποία η μάνα του Οδυσσέα δεν τον αναγνώρισε παρά μόνο όταν ήπιε από το αίμα της προσφοράς. Οι ψυχές θεωρούνταν άυλες σαν σκιές. Τα "είδωλα" των ψυχών τα ανέβαζαν οι ιερείς με σιδερένιους μοχλούς , με γρανάζια και καστανιέτες από την υπόγεια αίθουσα. Στο τέλος οι πιστοί αποχωρούσαν από άλλη έξοδο ώστε να μην έρθουν σε επαφή με τους επόμενους επισκέπτες εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη μυστικότητα. Η οποιαδήποτε μαρτυρία του χρησμού αποτελούσε βλασφημία και οδηγούσε ακόμα και σε θάνατο.
 Η όλη διαδικασία είχε ως εξής: Μόλις ο επισκέπτης διέσχιζε την είσοδο του νεκρομαντείου βρισκόταν στην υπαίθρια αυλή (1). Οι ιερείς τον υποδέχονταν και τον οδηγούσαν στα δωμάτια υποδοχής (2) που βρισκόταν δίπλα. Εκεί υπήρχαν και άλλα δωμάτια, τα οποία ήταν βοηθητικοί χώροι ή χώροι προσωπικού (2). Το πρώτο πράγμα που έκαναν οι ιερείς του νεκρομαντείου ήταν να πάρουν πληροφορίες για το λόγο της επίσκεψης, την οικονομική και την κοινωνική κατάσταση του επισκέπτη και στη συνέχεια τον οδηγούσαν στο νότιο τμήμα της αυλής, όπου βρίσκονταν τα δωμάτια παραμονής και προδιαίτησης (3). Εκεί παρέμειναν οι επισκέπτες για να προετοιμαστούν για τη δοκιμασία που θα ακολουθούσαν. Μετά την προετοιμασία τους, ο ιερέας τούς οδηγούσε μέσα από τις δύο πύλες (4) & (5) στα υπνοδωμάτια (6). Εδώ οι επισκέπτες υποβάλλονταν σε ειδική δίαιτα με κουκιά, χοιρινό λίπος και όστρακα, ουσίες που προκαλούσαν αναστάτωση στον οργανισμό τους. Όταν έκρινε ο ιερέας ότι κάποιος ήταν έτοιμος, τον οδηγούσε στον ανατολικό διάδρομο μέσα από την τρίτη πύλη (8). Πριν από αυτό όμως επισκεπτόταν το λουτρό (7) όπου έριχνε μια αναθηματική πέτρα δεξιά του για να εξορκίσει το κακό και έπλενε τα χέρια του στο λουτήρα (ένα πιθάρι με νερό). Μετά το πλύσιμο των χεριών ο επισκέπτης οδηγούνταν στο τελευταίο βόρειο δωμάτιο παραμονής (9) για άγνωστο χρονικό διάστημα , όπου η δίαιτα ήταν αυστηρότερη και με τις συνεχείς προσευχές αλλά και τις διηγήσεις του ιερέα μέσα στο σκοτάδι, οι αισθήσεις άρχισαν να υπολειτουργούν οδηγώντας τον σε μια κατάσταση παραισθήσεων. Τελικά με οδηγό τον ιερέα, ο επισκέπτης έβγαινε στον ανατολικό διάδρομο (10) όπου θυσίαζε ένα ζώο (συνήθως πρόβατο) και κατευθύνονταν στην πύλη (11) του νότιου διαδρόμου. Ο νότιος διάδρομος (12) ήταν δαιδαλώδης σαν λαβύρινθος με τρεις τοξωτές πύλες (Πύλες του Άδη) που είχαν σιδερένιες πόρτες με καρφιά ώστε να ενισχύει την αίσθηση του κάτω κόσμου. Εδώ πρόσφεραν στους θεούς άλευρα (άλφιτα) μέσα σε πήλινες λεκάνες που τις έσπαζαν επιτόπου. Η τελευταία πύλη ήταν η είσοδος του ιερού (13) επίσης σιδερόφρακτη και οδηγούσε στην κεντρική αίθουσα του ιερού (14), μια αίθουσα μεγέθους 15 Χ 4,25 μ. δεξιά και αριστερά της οποίας υπήρχαν από τρία δωμάτια τα οποία ήταν αποθηκευτικοί χώροι (15) για δημητριακά και προσφορές των επισκεπτών. Εδώ στην κεντρική αίθουσα (14) γίνονταν οι «χοές», δηλαδή προσφορές σε υγρή μορφή, όπως γάλα, μέλι, κρασί και αίμα θυσιασμένων ζώων, που χύνονταν στο πλακόστρωτο δάπεδο για να εξευμενίσουν τους θεούς του κάτω κόσμου. Μετά από αυτό, σ’ αυτό το χώρο εμφανίζονταν και οι «σκιές» των νεκρών και μιλούσαν στον επισκέπτη. Στο τέλος ο επισκέπτης οδηγούνταν στην έξοδο (16) του ανατολικού διαδρόμου για να μη συναντηθεί με τους άλλους που ακόμα προετοιμάζονταν. Δεν έπρεπε να πει σε κανέναν τι είδε και τι έζησε γιατί θεωρούνταν βλασφημία.


 Από αρχιτεκτονικής άποψης το Νεκρομαντείο ταυτίζεται με μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο ή μαυσωλείο της Ανατολής του 5ου αιώνα. Αποτελείται από πολυγωνική τοιχοδομία, σιδερόφρακτες πύλες, εσωτερική διαίρεση με διαδρόμους, κατασκευή που εξυπηρετεί τη λατρεία και τις τελετουργίες των υποχθόνιων θεών. Το κυρίως ιερό χωρίζεται με δύο παράλληλους τοίχους σε μία κεντρική αίθουσα και δύο μικρές πλαϊνές. Κάτω από την κεντρική αίθουσα βρίσκεται μία άλλη υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο η οροφή της οποίας στηρίζεται σε δεκαπέντε πώρινα(=από πωρόλιθο) τόξα, αποκαλούμενη Ιερά Κρύπτη


Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη είναι η ακουστική του χώρου της υπόγειας αίθουσας. Επ' αυτού εκπονήθηκε μια μελέτη από τους επιστημονικούς συνεργάτες του Εργαστηρίου Ακουστικής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Καραμπατζάκη και Βασίλη Ζαφρανά,η οποία διήρκεσε 12 έτη και παρουσιάστηκε σε συνέδριο στην Ιταλία. Σύμφωνα με αυτήν, στην υπόγεια αίθουσα βασιλεύει απόλυτη ησυχία και ταυτόχρονα ο χρόνος αντήχησης του χώρου είναι εξαιρετικά χαμηλός. Οι κ.κ. Καραμπατζάκης και Ζοφρανάς χρειάστηκαν αλλεπάλληλες μετρήσεις και διαφορετικά και εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, για να επιβεβαιώσουν αυτό το φαινόμενο. Η παρατήρηση των τόξων, σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερα χαμηλές τιμές του χρόνου αντήχησης και του θορύβου βάθους, οδήγησαν τους δύο ερευνητές στο συμπέρασμα ότι ο χώρος ήταν συνειδητά κατασκευασμένος, ώστε να δημιουργεί στον επισκέπτη του έντονα ψυχοακουστικά φαινόμενα. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι ακουστικές τιμές, πλησιάζουν την ακουστικότητα που υπάρχει στους ανηχοϊκούς θαλάμους (σύγχρονα εργαστήρια ακουστικής).

Σκηνές από τη «Νέκυια» της Οδύσσειας και η σχετική λέξη στον ελληνοβλάχικο λόγο

Τειρεσίας, Αντίκλεια, Οδυσσέας.

Μετά την περιγραφή αυτή και τις λεπτομέρειες για τη λειτουργία του Νεκρομαντείου, αναφέρω μερικές λεπτομέρειες για την κάθοδο των θνητών στον Άδη από το σημείο αυτό, όπως περιγράφονται έντονα στην Ραψωδία «Νέκυια» του Ομήρου. Ελπίζω ότι οι φίλοι αυτού του ιστότοπου  θα κατανοήσουν  τη συχνή ενημερωτική «επιστράτευση» του παππού μου, δημοσιογράφου και συγγραφέα, Δημήτρη Στεργίου στο χώρο αυτό, αν υπενθυμίσω ότι αποτελεί με πολύ χρήσιμη ανοιχτή εγκυκλοπαίδεια όχι μόνο για τα αίτια οικονομικής, κοινωνικής, γλωσσικής και θεσμικής κατάρρευσης στη χώρα κυρίως τα τελευταία 40 χρόνια, αλλά και για θέματα αρχαιογνωσίας, γλωσσολογίας, ιστορίας και λαογραφίας. Έτσι, σε μια πρόσφατη συζήτηση μαζί του, όταν  αναφέρθηκα στα Νεκρομαντεία και την κάθοδο των θνητών στον Άδη, μού υπενθύμισε την Ραψωδία λ΄ της Οδύσσειας, την επονομαζόμενη «Νέκυια». Άμέσως, άνοιξε το βιβλίο του  «4.500 μυκηναϊκές, ομηρικές, βυζαντινές και νεοελληνικές λέξεις στο βλάχικο λόγο» (Εκδόσεις Παπαδήμα 2007) και μού ανέφερε ότι στη σελίδα 64 το βλάχικο ρήμα «νέκω» (θάνατος από πνιγμό σε ποτάμι ή θάλασσα) είναι καθαρά ομηρική: «νέκυς – υος»= νεκρός, πεθαμένος. Σε ολόκληρη την ραψωδία λ΄ της Οδύσσειας, ο Όμηρος περιγράφει την  κάθοδο στον Άδη του Οδυσσέα καιτ η συνάντησή του με προσφιλείς νεκρούς. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η κάθοδος αυτή στον Άδη γίνεται μέσω υγρού στοιχείου, όπως ακριβώς και στο βλάχικο λόγο! Στη συνέχεια, μού διάβασε το σχετικό απόσπασμα από την αρχή της λ΄  ραψωδίας της «Οδύσσειας» (από τις εκδόσεις «Κάκτος»), το οποίο έχει δημοσιευθεί σε σχετικό άρθρο στην εφημερίδα «Παλαιομάνινα» (φύλλο 6, σελίδες 4-5):
«Αλλά, όταν φτάσαμε στο πλοίο και τη θάλασσα, πρώτα φυσικά το πλοίο σύραμε στη θεία θάλασσα και στο μελανόχρωμο πλοίο βάλαμε το κατάρτι και τα πανιά, μέσα δε τοποθετήσαμε τα πρόβατα, αφού τα παραλάβαμε, και οι ίδιοι ανεβαίναμε ταραγμένοι χύνοντας άφθονα δάκρυα. Για χάρη μας πάλι πίσω από το πλοίο με τη γαλάζια πλώρη ευνοϊκό άνεμο έστειλε, που φούσκωνε τα πανιά, λαμπρό σύντροφο, η ωραιόπλεξουδη Κίρκη, η φοβερή θεά, η καλλίφωνη. Κι εμείς τα πράγματά μας, αφού μεταφέραμε στο πλοίο καθίσαμε. Κι αυτό ο άνεμος και ο κυβερνήτης κατεύθυναν. Ενώ όλη μέρα έπλεε στη θάλασσα, ήταν απλωμένα τα πανιά. Και έδυσε ο ήλιος και σκοτείνιασαν όλοι οι δρόμοι. Και το πλοίο στα πέρατα έφτασε στο βαθύ Ωκεανό… Και οι ψυχές των πεθαμένων νεκρών συγκεντρώνονταν κάτω από το Έρεβος (σκότος του Άδη), νύμφες και ημίθεοι νέοι και πολύπαθοι γέροντες και τρυφερές παρθένες, οι οποίες είχαν πρόσφατο πένθος στην ψυχή…».


Τέτοια περιγραφή καθόδου στον Άδη μέσω υγρού στοιχείου (από πνιγμό) συναντάται μόνο στην ελληνο βλάχικη λέξη «νέκω», που έχει ομηρικές ρίζες. Δηλαδή, κάθοδο στον Άδη (θάνατος από πνιγμό) μέσω υγρού στοιχείου και απότομη είσοδος στο …Έρεβος, στο  σκοτάδι! Η Αχερουσία Λίμνη ήταν η είσοδος των νεκρών στον Άδη, πρόσθεσε!
Στη συνέχεια, για του λόγου αληθές και τις τρομακτικές εικόνες που περιέγραψε, ανοίγει την Ομήρου Οδύσσεια και μού διαβάζει ολόκληρη την ραψωδία λ΄ (σε μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη):





«             Και στο γιαλό σαν ήρθαμε και στο γοργό καράβι,
πρώτα απ' τη γης τα σύραμε στην ώρια κυματούσα,
και το κατάρτι στήσαμε και τα πανιά του απάνω,
και πήραμε και βάλαμε τα πρόβατα· και μέσα
5              κι εμείς θλιμμένοι μπήκαμε πικρά χύνοντας δάκρυα.
Και πίσω απ' το μαυρόπλωρο καράβι στέλνει η Κίρκη
η φοβερή κι η ωριόμαλλη κι η ανθρωπολαλούσα,
πρύμο καλό και φιλικό που τα πανιά φουσκώναν.
Και τ' άρμενα σα σιάξαμε, καθίσαμε, κι οδήγα
10           ο αγέρας το καράβι μας μαζί με τον ποδότη.
Με τεντωμένα τα πανιά αρμενίζαμε ολημέρα,
μα ο ήλιος σα βασίλεψε κι απόσκιωναν οι δρόμοι,
στου τρίσβαθου βρεθήκαμε του Ωκεανού τις άκρες,
εκεί που των Κιμμεριωτών είν' ο λαός κι η χώρα,
15           που καταχνιά και σύγνεφα για πάντα τους σκεπάζουν,
και του ήλιου του χρυσόλαμπρου δεν τους θωρούν οι αχτίδες,
μήτε προς τ' αστερόσπαρτα σαν ανεβαίνη ουράνια,
μήτ' απ' τα ύψη τ' ουρανού στη γης σαν κατεβαίνη,
μόνε τους άμοιρους φριχτή πλακώνει πάντα νύχτα.
20           Ήρθαμε αυτού κι αράξαμε, και βγάλαμε τ' αρνιά μας,
και τότες ακλουθήσαμε του Ωκεανού το ρέμα,
ώσπου στο μέρος φτάσαμε που η Κίρκη είχε ορμηνέψει.
Εκεί σφαχτά ο Ευρύλοχος κι ο Περιμήδης φέραν,
κι εγώ έσυρα το κοφτερό σπαθί από το πλευρό μου,
25           κι έσκαψα λάκκο ως πήχη μιά, του μάκρου και του πλάτου·
και χύνω ολόγυρα σταλιές στους πεθαμένους όλους,
πρώτα μελόνερο, ύστερα γλυκό κρασί, και τρίτο
πάλε νερό· και με λευκό τα πασπαλίζω αλεύρι·
και λέγοντας πολλές ευκές στ' αδύναμα κεφάλια
30           των πεθαμένων, έταξα πως άμα ερθώ στο Θιάκι
στείρα δαμάλα διαλεχτή στον πύργο μου θα σφάξω,
και πως θ' ανάψω τους πυρά γεμάτη ωραία δώρα,
και χώρια αρνί κατάμαυρο του Τειρεσία θα κόψω,
του κοπαδιού το πιο καλό. Και των νεκρών τα πλήθια
                με τάματα και προσευκές θερμοπαρακαλώντας,
35           πήρα τ' αρνιά και τα 'σφαξα στο λάκκο· και το αίμα
έτρεχε ολόμαυρο. Άρχισαν των πεθαμένων τότες
και μαζευόνταν οι ψυχές απ' το Έρεβος το μαύρο,
νύφες αντάμα κι άγουροι, τυραννισμένοι γέροι,
παρθένες κόρες τρυφερές, νεοθλιμμένες όλες,
40           κι άντρες πολλοί από χάλκινα κοντάρια λαβωμένοι,
νεκροί που είχανε τ' άρματα με το αίμα τους βαμμένα
κι εδώθε εκείθε αρίθμητοι γύρω στο λάκκο ερχόνταν,
με αχό πολύ, και μ' έπιανε χλωμός εμένα φόβος.
Τότε είπα στους συντρόφους μου να γδάρουν και να κάψουν
45           τ' αρνιά που τα 'χε αλύπητο μαχαίρι εκεί ριγμένα,
και προσευκές να κάμουνε στους δυό θεούς, στον Άδη
το φοβερό, και στη σκληρή συνάμα Περσεφόνη·
κι εγώ, απ' τη μέση σέρνοντας το κοφτερό σπαθί μου,
των πεθαμένων έδιωχνα τ' αδύναμα κεφάλια,
50           μακριά απ' το αίμα, ως ν' ακουστή του Τειρεσία ο λόγος.
Πρώτη του Ελπήνορα η ψυχή μας ήρθε, του συντρόφου,
τι ακόμα μες στη μαύρη γης δεν ήτανε θαμμένος,
που εμείς το σώμα αφήκαμε στης Κίρκης τα παλάτια,
άκλαυτο κι άθαφτο, γιατί μας έβιαζε άλλος μόχτος.
55           Τον είδα, και δακρύσανε τα μάτια μου απ' τον πόνο
και φώναξά τον, κι είπα του με φτερωμένα λόγια·
«Ελπήνορα, πως έφτασες μες στα βαθιά σκοτάδια
πεζός, κι εμένα πρόκαμες, που με καράβι ερχόμουν;»
                Είπα, και βαριοστέναξε κι απολογήθη εκείνος·
60           «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
θεού κατάρα, και πιοτό περίσσιο μ' αφανίσαν·
αστόχησα, σαν πλάγιασα στης Κίρκης τα παλάτια,
κι αντίς ξανά απ' την αψηλή να κατεβώ τη σκάλα,
εγώ μπροστά μου ολόϊσα τράβηξα κι απ' τη στέγη
65           κάτου έπεσα, κι ο σβέρκος μου έσπασε απ' τα σφοντύλια,
κι αμέσως στου Άδη τους βυθούς κατέβηκε η ψυχή μου.
Μα τώρα, στ' όνομα εκεινών που ακόμα εδώ δεν ήρθαν,
της σύγκοιτης, και του γονιού που σ' έθρεφε μικρούλη,
και του Τηλέμαχου, που εκεί μονάχο τον αφήκες,—
                γιατί ξέρω, γυρίζοντας απ' του Άδη τα λημέρια,
70           στης Αίας πάλε το νησί θ' αράξης το καράβι, —
παρακαλώ σε, ώ βασιλιά, θυμήσου με σα φτάσης,
μη φύγης κι άκλαυτο, άθαφτο μ' αφήσης εκεί πέρα,
και γίνω αιτία να οργιστή κανένας θεός μαζί σου.
Μόν' πάρε με και κάψε με μαζί με τ' άρματά μου,
75           και βάλε στον αφρόλευκο γιαλό κοντά μνημούρι,
να με πονούν τον άμοιρο κατόπι όσοι το βλέπουν
κάμε μου αυτά, και το κουπί στο μνήμα απάνω στήσε
το ίδιο που ζώντας έλαμνα μαζί με τους συντρόφους.»
                Είπε, κι εγώ του μίλησα κι απολογήθηκά του·
80           «Όλα, όσα μου 'πες, άμοιρε, σωστά θα σου τα κάμω,»
Τέτοιες κουβέντες θλιβερές κάναμε ο ένας του άλλου,
εγώ απ' τη μιά τη σπάθα μου κρατώντας στο αίμ' απάνω,
το φάντασμα του Ελπήνορα λαλώντας απ' την άλλη.
                Κι ήρθε σιμά τότε η ψυχή της πεθαμένης μάνας,
85           του αντρόψυχου του Αυτόλυκου η θυγατέρα Αντίκλεια,
που την αφήκα ζωντανή σα μίσευα στην Τροία.
Την είδα εγώ και δάκρυσα, και πόνεσε η καρδιά μου·
ως τόσο δεν την άφηνα το αίμα να ζυγώση,
όσο πολύ κι αν θλίβομουν, πρί μου μιλήση ο μάντης.
90           Και του Θηβαίου ήρθε σιμά η ψυχή του Τειρεσία,
και κράταε το χρυσό ραβδί· με γνώρισε, και μου 'πε·
«Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
τι αφήκες, ώ κακόμοιρε, το φως του ήλιου κι ήρθες
να δης νεκρούς κι αυτόν εδώ, τον άχαρο τον κόσμο ;
95           Φεύγα απ' το λάκκο, μέριασε το κοφτερό σπαθί σου,
αίμα να πιώ, και να σου πω κατόπι την αλήθεια.»
Είπε, κι εγώ τραβήχτηκα, και στο φηκάρι χώνω
τ' αργυροκάρφωτο σπαθί· κι αίμα σαν ήπιε μαύρο,
ο μέγας μάντης λάλησε κι αυτά τα λόγια μου 'πε·
100         «Γλυκειά πατρίδα μελετάς, θεόλαμπρε Οδυσσέα·
όμως σε μάχεται ο θεός· θαρρώ πως δεν ξεφεύγεις
τον Κοσμοσείστη, που θυμό για σένα μέσα του έχει,
και βράζει από τη μάνητα, που τύφλωσες το γιό του.
Μα πάλε όσα κι αν πάθετε, θα φτάσετε αν θελήσης,
105         να βασταχτής, κι εσύ κι αυτοί οι συντρόφοι σου, άμα πάτε
στης Θρινακίας το νησί με το καλόφτιαστό σου
καράβι, πίσω αφήνοντας τα μενεξιά πελάγη·
θα βρήτε εκεί να βόσκουνε τα πρόβατα και βόδια
του Ήλιου, που αποπάνωθε βλέπει κι ακούει τα πάντα.
110         Αυτά αν αφήσης άβλαβα, κι αν θες το γυρισμό σου,
όσο πολλά κι αν πάθετε πάλε στο Θιάκι πάτε·
μα αν τα πειράξης, πρόσμενε ξολοθρεμό στο πλοίο
και στους συντρόφους κι ίδιος σου ά σωθής, θα κακοφτάσης
αργά, με δίχως σύντροφο, και με καράβι ξένο.
115         Και θα 'βρης μες στο σπίτι σου μεγάλα κακοπάθια·
άντρες απόκοτους θα βρης να καταλούν το βιός σου,
με δώρα τ' ώριο ταίρι σου να πάρουν πολεμώντας.
Όμως γι' αυτά θα γδικιωθής, σου λέω εγώ, σα φτάσης·
κι αφού μες στα παλάτια σου χαλάσης τους μνηστήρες,
120         με απάτη ή κι ολοφάνερα με κοφτερό λεπίδι,
θα σύρης τότε παίρνοντας το δυνατό κουπί σου,
να πάς στη χώρα των αντρών που θάλασσα δεν ξέρουν,
και που φαΐ δεν συνηθούν να τρώνε αλατισμένο,
και μήτε κοκκινόπλωρα καράβια αυτοί γνωρίζουν,
125         μήτε τα δυνατά κουπιά, που 'ναι φτερά των πλοίων.
Νά, και σημάδι ξάστερο, που δε θα σου ξεφύγη·
σαν ανταμώσης άλλονε στο δρόμο ταξιδιώτη,
και λέει δικράνι πως βαστάς στον ώριο σου τον ώμο,
τότες το δυνατό κουπί μπήξε στη γης, και κάμε
130         καλόδεχτες θυσίες εκεί στο ρήγα Ποσειδώνα,
κριάρι, ταύρο σφάζοντας, κι αγριόχοιρο βαρβάτο·
και γύρνα στην πατρίδα σου εκατοβοδιές να κάμης
ιερές για τους αθάνατους που ορίζουνε τα ουράνια,
με τη σειρά του καθενού· κι ο θάνατος θα σου 'ρθη
135         όξω από θάλασσα, αλαφρός, και θα σε γλυκοπάρη
μες στα καλά γεράματα, που ολόγυρα οι λαοί σου
θα χαίρουνται καλοτυχιά. Σού 'πα όλη την αλήθεια.»
Αυτά είπε, κι εγώ γύρισα κι απολογήθηκά του·
«Έτσι θα τα 'χουνε οι θεοί κλωσμένα, ώ Τειρεσία.
140         Μα πες μου τώρα ξάστερα κι αυτό· της πεθαμένης
μανούλας μου, να, την ψυχή εδώ βλέπω καθισμένη
σιμά στο αίμα αμίλητη, και δε γυρνάει, του γιου της
να δη την όψη αγνάντια της, και να του προσμιλήση.
Πώς άραγες θα μ' ένιωθε πως είμαι το παιδί της;»
145         Είπα, κι ο μάντης γύρισε κι απολογήθη αμέσως·
«Εύκολο πράμα θα σου πω, και κράτα το στο νου σου·
όποιον απ' τους νεκρούς να ρθή σιμά στο αίμα αφήσης,
αυτός αλήθειες θα σου πή· μα όποιονε εσύ διώχνεις,
αυτός τραβιέται μακριά και ξαναφεύγει πίσω.»
150         Σαν είπε αυτά, κι ορμήνεψε τη μοίρα ο Τειρεσίας,
στον Άδη ξαναγύρισε· ως τόσο εγώ στεκόμουν
ωσότου η μάνα ζύγωσε και μαύρο ρούφηξε αίμα·
και τότ' ευτύς με γνώρισε και μου 'κρενε θρηνώντας·
155         «Πώς ήρθες, γιέ μου, ζωντανός στα μαύρα αυτά σκοτάδια;
Δύσκολο για τους ζωντανούς να δούνε αυτά εδώ κάτω.
[ Τρανοί στη μέση ποταμοί και φοβερά ποτάμια·
και πρώτ' απ' όλα ο Ωκεανός, που να διαβή κανένας
πεζός δε δύνεται, χωρίς καλόφτιαστο καράβι.]
160         Τάχ' απ' την Τροία ξέπεσες εδώ με τους συντρόφους,
πολύ σάνε πλανήθηκες μακριά από την πατρίδα,
κι ακόμα στα παλάτια σου το ταίρι σου δεν είδες ;»
Αυτά είπε, κι εγώ μίλησα κι απολογήθηκά της.
«Μάνα μου, ανάγκη μ' έφερε στον Άδη να ρωτήξω
165         τη μοίρα μου απ' το θεϊκό Θηβαίο, τον Τειρεσία·
τι ακόμα εγώ δεν άγγιξα των Αχαιών τη χώρα,
μηδέ στη γης μου πάτησα, παρά όλο ερμοπλανιέμαι, .
αφόντας με το θεϊκό Αγαμέμνονα είχα φύγει
για το Ίλιο τ' αλογάρικο, τους Τρώες να πολεμήσω.
170         Ως τόσο, πές μου ξάστερα και ξήγησέ μου ετούτο·
πως σου 'ρθε ο κορμοτεντωτής ο Χάρος και σε πήρε ;
να 'ταν αρρώστια μακρινή, για η Άρτεμη η τοξεύτρα
με τις ψιλές σαγίτες της ήρθε να σε σκοτώση ;
Πες μου και για τον κύρη μου, και για το γιό που αφήκα,
175         αν τα πρωτάτα μου κρατούν ακόμα αυτοί, για κάποιος
άλλος τα πήρε, και θαρρούν πως πια δε θα γυρίσω.
Πες μου και της γυναίκας μου ποιά 'ναι η βουλή κι η γνώμη·
κάθεται πάντα με το γιό και κυβερνάει το σπίτι,
ή τάχα την παντρεύτηκε Αχαιός απ' τους προυχόντους ;»
Και τότε η κερά μάνα μου μού απολογήθη κι είπε·
«Μ' απομονή περίσσια αυτή στους πύργους μέσα κλειέται,
και μαύρες μέρες και νυχτιές περνάει και χύνει δάκρυα.
Και μήτε τα πρωτάτα σου κανείς δεν πήρε ακόμα,
παρά ήσυχα ο Τηλέμαχος φυλάει τ' αρχοντικά σου,
185         και πάντα τόνε προσκαλούν στα μοιραστά τραπέζια,
σαν που ταιριάζει σε κριτή· κι ο γέρος σου ο πατέρας
μένει και ζή στην εξοχή, και δεν πατάει ποτές του
στη χώρα, μήτε χαίρεται κλινάρια με στρωσίδια,
και με λαμπρά παπλώματα, μόν' πέφτει το χειμώνα
190         στο σπίτι με τους δούλους του πάς στης γωνιάς τη στάχτη,
κι έχει με ρούχα ταπεινά ντυμένο το κορμί του·
το θέρος και το καρπερό χινόπωρο σαν έρθη,
πηγαίνει τον ανήφορο στ' αμπελοχώραφό του,
κι έχει παντού κρεβάτι του τα σκόρπια φύλλα χάμου.
195         Κοίτετ' εκεί και χολοσκάει κι ο πόνος του πληθαίνει
ποθώντας σε, και γερατειά κακά τον βασανίζουν.
Έτσι αφανίστηκα κι εγώ, κι ήρθε με πήρε ο Χάρος·
μήτε η τοξεύτρα η Άρτεμη πόχει άσφαλτο το μάτι,
με τις ψιλές σαγίτες της δεν ήρθε να με κρούση,
200         και μήτε αρρώστια φοβερή καμιά δε μου είχε πέσει,
να μου μαράνη το κορμί και πάρη την ψυχή μου·
μόν' ο καημός σου κι η έννοια σου, μα κι η καλή σου η γνώμη
μου σβήσαν τη γλυκειά ζωή, πανάκριβε Οδυσσέα.»
                Αυτά ειπε, κι εγώ το 'θελα κι ανάδευα στο νου μου
205         να την αδράξω την ψυχή της πεθαμένης μάνας.
Τρεις φορές χύθηκα με ορμή ν' αδράξω την ποθώντας,
και τρεις φορές με ξέφυγε σαν όνειρο, σαν ίσκιος·
και μες στα σπλάχνα μου έκανε πιο κοφτερό τον πόνο,
Φώναξα τότες κι είπα της με φτερωμένα λόγια·
210         «Μάνα, γιατί δε στέκεσαι που θέλω να σ' αδράξω,
να κρατηθούμε αγκαλιαστά μέσα στον Άδη οι δυό μας
να βρούμε κάν παρηγοριά στο κρύο το μοιρολόγι ;
Για τάχα να 'σαι φάντασμα που η θεία η Περσεφόνη,
μου ' στειλε, ακόμα πιο πικρά για να βαριοστενάζω ;»
215         Είπα, κι η μάνα μου η καλή μου απολογήθη αμέσως
«Αλλοίς, παιδί μου, που άτυχος τόσο δε βρέθηκε άλλος·
όχι, του Δία δε σε γελάει η κόρη η Περσεφόνη,
μόν' είναι τέτοια του θνητού σαν αποθάνη η μοίρα·
τι οι σάρκες και τα κόκκαλα νευρόδετα δε μένουν,
220         μόν' τ' αφανίζει της φωτιάς η λυσσασμένη φλόγα,
άμα από τ' άσπρα κόκκαλα η πνοή μας φύγη πρώτα
κι ανοίξη τα φτερά και πάη σαν όνειρο η ψυχή μας,
Μα τρέξε πάλε προς το φως, και μάθε τα όλα τούτα
να τα δηγέσαι αργότερα κι εσύ της σύγκοιτής σου.»
225         Εμείς έτσι μιλούσαμε και να, ήρθαν οι γυναίκες
που η Περσεφόνη η θεϊκιά τις είχε εκεί σταλμένες,
όλες μεγάλων σύγκοιτες λεβέντηδων και κόρες.
Γύρω καθώς μαζεύουνταν αυτές στο μαύρο το αίμα,
πως να ρωτήξω καθεμιά στο νου μου αναγυρνούσα.
230         Κι αυτός ο τρόπος πιο σωστός στο λογισμό μου φάνη·
τραβώντας το μακρύ σπαθί απ' το χοντρό μερί μου,
όλες μαζί δεν άφηνα το αίμα να πιουν το μαύρο.
Κι αυτές αράδα ερχόντουσαν, και καθεμιά μου ξήγα
το γένος και τα φύτρα της καθώς την ερωτούσα.
235         Και πρώτη εκεί 'δα την Τυρώ την καλογεννημένη,
που έλεγε γόνος του λαμπρού πως ήταν Σαλμωνέα,
και πως την είχε ταίρι του του Αιόλου ο γιός Κρηθέας.
Τον Ενιπέα αγάπησε τον ποταμό το θείο,
που ήταν απ' όλους πιο όμορφος τους ποταμούς του κόσμου,
240         και στους πανώριους όχτους του συνήθαε να πλανιέται,
Μ' εκείνον μοιάζοντας της γης ο σαλευτής και ζώστης,
σιμά της στου αφροκύλιστου του ποταμού το στόμα
πλάγιασε· κύμα σκοτεινό τους έζωσε σαν όρος
γερτό, να κρύψη το θεό και τη θνητή γυναίκα.
245         Εκεί ο θεός της έλυσε της παρθενιάς τη ζώνη,
την κοίμισε, και του έρωτα σαν τέλεσε το έργο,
το χέρι της γλυκόσφιξε, και φώναξέ την κι είπε·
«Χαίρου που εγώ σ' αγκάλιασα· κι άμα γυρίση ο χρόνος,
θα 'χης πανόμορφα παιδιά, τι των θεών η αγάπη
250         δεν πάει του κάκου· νοιάζου τα και μοσκανάθρεφέ τα,
Πήγαινε τώρα σύχαζε, και μην το ξεστομίσης·
μα ο Ποσειδώνας, ξέρε το, εγώ 'μαι ο κοσμοσείστης.»
Αυτά ειπε, και στην θάλασσα βουτάει την κυματούσα.
Κι εκείνη γέννησε τους δυό, Πελία και Νηλέα,
255         που ήρωες βγήκανε πιστοί του Δία του μεγάλου·
στην Ιωλκό βασίλεψεν ο θεόπλουτος Πελίας,
στην Πύλο την αμμουδερή ο ήρωας ο Νηλέας,
Κι ακόμα η ρήγισσα Τυρώ γέννησε του Κρηθέα,
τον Αίσονα, τον αμαξά Αμυθάονα, το Φέρη.
260         Είδα κατόπι του Ασωπού την κόρη, την Αντιόπη·
κι αυτή στου Διός την αγκαλιά καυκιόταν πως κοιμήθη,
και δυό παιδιά γεννήθηκαν, ο Αμφίονας κι ο Ζήθος·
τη Θήβα την εφτάπορτη πρωτόχτισαν εκείνοι,
και την πυργώσαν, τι άπυργοι δε δύνονταν να ζήσουν
265         στη Θήβα την απλόχωρη, κι ας ήταν αντρειωμένοι.
Είδα και του Αμφιτρύωνα το ταίρι, την Αλκμήνη,
που ο Δίας την αγκάλιασε, και γέννησε μαζί του
το λιονταρόψυχο Ηρακλή, της λεβεντιάς τον πύργο·
και τη Μεγάρα, του τρανού του Κρέοντα θυγατέρα,
270         που του Αμφιτρύωνα του γιού του αδάμαστου ήταν ταίρι.
Τη μάνα είδα του Οιδίποδα, την όμορφη Επικάστη,
που ανήξερη έκαμε φριχτή παρανομιά, και δέχτη
το γιό της άντρα, που έσφαξε τον κύρη και την πήρε,
κι οι αθάνατοι φανέρωσαν την ανομιά στον κόσμο.
275         Αυτός στη Θήβα τη γλυκειά βασανισμένος ρήγας
των Καδμιτών κυβέρνησε από θεών κατάρα·
μα εκείνη στου Άδη του άσπλαχνου κατέβηκε τα βάθια·
τι στον καημό της με θηλειά κρεμάστηκε απ' τη στέγη
την αψηλή, κι αμέτρητα του αφήκε πίσω πάθια,
280         πάρα πολλά, όσα φέρνουνε της μάνας οι κατάρες.
Τη Χλώρη είδα την όμορφη που έναν καιρό ο Νηλέας
την πήρε για τα κάλλη της μ' αρίφνητά του δώρα,
κόρη στερνή του Αμφίονα, του γιού του Ιάσου, που ήταν
του Ορχομενού των Μινυών ρήγας· κι αυτή στην Πύλο
285         βασίλευε, και γέννησε λαμπρά παιδιά, το Χρόμιο,
τον άξιο Περικλύμενο, το Νέστορα, και κόρη
την λεβεντόκαρδη Πηρώ, του κόσμου το καμάρι,
που νύφη τη ζητούσανε παντούθε, μα ο Νηλέας
μόνε εκεινού την έδινε που θα 'φερνε στην Πύλο
290         του Ιφίκλου τα λοξόποδα και κουτελάτα βόδια
απ' τη Φυλάκη, τ' αγριωπά· και θείος μάντης τότες
να του τα φέρη βάλθηκε, μα οργή θεού του πέφτει,
και με δεσμά τον έζωσαν βοδοβοσκοί στους κάμπους.
Μα οι μήνες σάνε διάβηκαν κι οι μέρες σαν τελειώσαν,
295         κι έκλεινε ο χρόνος, κι έσωναν τον κύκλο τους οι ώρες,
τότε ο αντρείος ο Ίφικλος ξεδέσμεψε το μάντη,
τη μοίρα σαν προφήτεψε, κατά του Δία το θέλει.
Τη Λήδα αγνάντεψα ύστερα, το ταίρι του Τυνδάρου,
που γέννησε δυό αντρόψυχα παιδιά, τον Κάστορα έναν
300         τον αλογάρη, κι άλλονε το μέγα Πολυδεύκη,
το γροθομάχο· ζωντανούς η γης η ψυχοδότρα
τους έχει, και τους τίμησε στον κάτω κόσμο ο Δίας·
μιά μέρα ζωντανεύουνε, και μιά 'ναι πεθαμένοι,
καθένας με τη μέρα του, και σαν θεοί τιμιούνται.
305         Και είδα την Ιφιμέδεια, γυναίκα του Αλωέα,
που έλεγε πως με το θεό κοιμήθη Ποσειδώνα,
και δυό του γέννησε παιδιά, μα ζωή πολλή δεν είχαν·
τον Ώτο τον ισόθεο, και το λαμπρό Εφιάλτη,
που απ' όσους η γης έθρεψε πιο αψηλόκορμοί 'ταν,
310         και που μονάχα ο Ωρίωνας στα κάλλη τους περνούσε·
εννιά χρονών ήταν παιδιά, κι εννιά είχαν πήχες πλάτος,
κι ανέβαινε το μπόγι τους οργυιές εννιά του ύψου·
και τους αθανάτους αυτοί φοβέριξαν πως θα 'ρθουν
να φέρουνε στον Όλυμπο πολέμου αχό κι αντάρα.
315         Την Όσσα πάς στον Όλυμπο πασκίζανε να στήσουν,
το Πήλιο με τ' ανεμιστά κλωνιά στην Όσσα απάνω,
ν' ανέβουνε τον ουρανό. Κι ά ζούσανε να φτάσουν
στα χρόνια της παλληκαριάς, θα κάναν το σκοπό τους·
μα ο γιός του Δία και της Λητώς της ομορφομαλλούσας
320         τους χάλασε πρί βγάλουνε σγουρά στα μάγουλά τους,
και πριν το χνούδι τ' ανθερό τους σκιώση το πηγούνι.
Τη Φαίδρα είδα, την Πρόκριδα, την όμορφη Αριάδνη,
κόρη του Μίνωα του φριχτού, που έναν καιρό ο Θησέας
από την Κρήτη στην ιερή την πήρε Αθήνα, δίχως
να τη χαρή· τι η Άρτεμη τη σκότωσε στης Δίας
325         τ' ακρόγιαλα, τη μαρτυριά του Διόνυσου αγρικώντας.
Τη Μαίρα, την Κλυμένη εκεί, και τη φριχτή Εριφύλη,
που πρόδωσε τον άντρα της γι' ατίμητο χρυσάφι,
είδα κατόπι στη σειρά. Μα ποιά να ονοματίσω
απ' όσες είδα σύγκοιτες και κόρες των ηρώων·
330         η νύχτα όλη δε θα 'σωνε· κι είναι ώρα να πλαγιάσω,
ή με τους φίλους στο γοργό καράβι, ή εδώ πέρα·
κι οι θεοί κι εσείς πια νοιάζεστε για το προβόδωμά μου.»
Αυτά ειπε, κι όλοι σύχαζαν και σώπαιναν τριγύρω,
δεμένοι από το μάγιο του μες στο ισκερό παλάτι.
335         Τότες το λόγο αρχίνησε η Αρήτη η λευκοχέρα·
«Φαίακες, πως σάς φαίνεται του ανθρώπου, αλήθεια, ετούτου
η χάρη κι η κορμοστασιά, κι ο ίσιος νους του μέσα ;
Δικός μου ο ξένος, μα κι εσάς τούτη η τιμή στολίζει.
Να φύγη μην τον βιάζετε, και μην του λυπηθήτε
340         τα δώρα που έχει ανάγκη αυτός μεγάλη· γιατί κι άλλα
βρίσκονται στα παλάτια σας, χάρη στους θεούς, περίσσια.»
Σε τούτα ο γέρος ήρωας ο Εχένηος είπε τότες,
αυτός που μες στους Φαίακες στα χρόνια ήταν ο πρώτος·
                «Ώ φίλοι μου, όσα η φρόνιμη βασίλισσα μας είπε
345         ακούτε τα· στη γνώμη μας ενάντια αυτά δεν είναι.
Απ' τον Αλκίνο κρέμεται πράξη και λόγος τώρα.»
Κι ο Αλκίνος τότε ο βασιλιάς του απάντησε και του είπε·
«Θά γίνη ο λόγος σου όσο ζω εγώ και βασιλεύω
στη χώρα των Φαιάκωνε που τα κουπιά αγαπάνε.
350         Μα ας κάνη ο ξένος πομονή, όσο αν ποθή πατρίδα,
ως αύριο, που τα δώρα του θα τα 'χω συναγμένα,
κι όσο για το προβόδωμα, θα το νοιαστούνε οι άντρες
όλοι, κι εγώ μαζί που εδώ τον τόπο εξουσιάζω.»
                Τότε ο Δυσσέας ο τρίξυπνος του απολογήθη κι είπε·
355         «Αλκίνο, αφέντη δοξαστέ, και τώ λαών καμάρι,
και χρόνο ανίσως γύρευες εδώ να μείνω ακόμα,
και πλούσια δώρα αν δίνοντας με στέλνατε κατόπι
άλλο κι εγώ δε θα 'θελα, τι για καλό μου θα 'ταν
να φτάσω στην πατρίδα μου με πιο γεμάτα χέρια·
360         πιο σεβαστός κι αγαπητός αλήθεια θα γινόμουν
σ' εκείνους που θα μ' έβλεπαν στο Θιάκι να γυρίζω.»
Κι ο Αλκίνος πάλι γύρισε και μίλησέ του κι είπε·
«Στα μάτια μας δε φαίνεσαι πλάνος εσύ, Οδυσσέα,
και δολοπλόκος σαν πολλούς που η γης η μαύρη θρέφει,
365         σκόρπιους παντού, που ψέματα πλάθουν, και δεν τα νιώθεις.
Εσένα ο λόγος σου όμορφος και ξάστερος ο νους σου,
και σαν τραγουδιστής εσύ δηγήθηκες με τέχνη
των Αργιτών τα βάσανα μαζί με τα δικά σου.
370         Μα πες μου τώρα αληθινά και ξήγησέ μου ετούτο·
απ' τους ισόθεους φίλους σου ποιούς είδες που ήρθαν τότες
μαζί σου στο Ίλιο κι ύστερα τους πήρε ο μαύρος Χάρος ;
Η νύχτα τώρα ατέλειωτη, δεν ήρθε η ώρα του ύπνου
ακόμα, μόν' δηγήσου μας τα θαμαστά σου τα έργα.
375         Ως τα γλυκοχαράματα θα στέκομουν ν' ακούσω,
αν έστεργες τα πάθια σου να πης μες στο παλάτι.»
Τότε ο Δυσσέας ο τρίξυπνος του απολογήθη κι είπε·
«Αλκίνο, βασιλιά τρανέ και τώ λαών καμάρι,
στην ώρα της κι η συντυχιά, στην ώρα του κι ο ύπνος·
380         μα κι άλλα αν έχης όρεξη ν' ακούσης, δε σου αρνιούμαι
να δηγηθώ τα πιο φριχτά παθήματα των φίλων
που αργότερα χαθήκανε ξεφύγανε το Χάρο
στους άγριους των Τρωαδιτών πολέμους, μα κατόπι
στο γυρισμό τους έσβησε η βουλή κακής γυναίκας.
385         Εδώ κι εκεί άμα σκόρπισε η σεβάσμια Περσεφόνη
τώ γυναικώνε τις ψυχές, μου ζύγωσεν αγνάντια
και στάθη του Αγαμέμνονα η ψυχή, του γιού του Ατρέα,
βαριοθλιμμένη· γύρω του κι οι άλλοι όσοι μαζί του
βρήκανε τέλος θλιβερό στου Αιγίστου το παλάτι.
390         Κι αυτός μεμιάς με γνώρισε το μαύρο αίμα σαν ήπιε,
κι έχυνε βρύση δάκρυα, κι αψά μοιρολογούσε,
τα δυό του χέρια απλώνοντας, με πόθο να με φτάση·
μα νεύρο πια και μπόρεση καμιά δεν είχε τώρα,
σαν που είχε εκείνος μιά φορά στα λυγερά του μέλη.
395         Τον είδα εγώ, και δάκρυσα, και πόνεσε η καρδιά μου,
και φώναξά του, κι είπα του με φτερωμένα λόγια·
«Τού Ατρέα γιέ Αγαμέμνονα, και δοξασμένε ρήγα,
ποιά μοίρα του τεντόκορμου σε βάρεσε θανάτου ;
Τάχα στα πλοία σε ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
400         κακή φουρτούνα στέλνοντας μ' ανάποδους ανέμους ;
ή στη στεριά σε χάλασαν οχτροί σάνε ζητούσες
βόδια να σύρης και καλό μαλλί να κόψης πρόβειο,
ή χώρα σαν πολέμαγες να πάρης με τις σκλάβες ;»
                Είπα· κι αμέσως γύρισε κι απολογήθη εκείνος·
405         «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ' ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου 'φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη
410         γυναίκα μου, και μ' έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ' έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι.
Σε τέτοιο τέλος μ' έφερε φριχτό, κι ολόγυρά μου
σφαζόνταν κι οι συντρόφοι μου σαν κάπροι ασπροδοντάτοι,
σε ανθρώπου πλούσιου και τρανού, που σφάζουνται για γάμο,
415         ή για φαγί συντροφικό, ή αρχοντικό τραπέζι.
Είδες στον κόσμο αρίθμητοι νεκροί να πέφτουν άντρες
μονομαχώντας ή σμιχτά στης μάχης την αντάρα·
μα θα θλιβόσουν πιο πικρά να τα 'βλεπες εκείνα,
στον πύργο σαν κοιτόμασταν τριγύρω στο κροντήρι,
420         και στα τραπέζια τα λαμπρά, με λίμνη το αίμα χάμου,
Και της Κασσάντρας τη φωνή, της κόρης του Πριάμου,
φριχτή άκουσα· τη σκότωνε η πλανεύτρα η Κλυταιμνήστρα
κοντά μου· κι εγώ σήκωσα τα χέρια, ξεψυχώντας
με το σπαθί στα σπλάχνα μου, κι έπεσα πάλε χάμου.
425         Και μ' άφησε η ξαδιάντροπη στον Άδη να πάω, δίχως
να πιάση καν τα μάτια μου, το στόμα μου να κλείση.
Άλλο φριχτότερο και πιο σιχαμερό δεν είναι
από γυναίκα που έργατα κακά στο νου της βάζει·
τέτοια κι αυτή σοφίστηκε, και γένηκε του αντρός της
430         φόνισσα και θαρρούσα εγώ που μιάς εκεί γυρίσω,
θα με δεχτούν χαρούμενα και τα παιδιά κι οι δούλοι·
μα αυτή η σοφή στις πονηριές, ντροπιάστηκε κι ατή της
κι όλες τις άλλες ντρόπιασε γυναίκες, ως ακόμα
κι όσες καλόγνωμες στη γης κατόπι θα φανούνε.»
435         Και τότες εγώ γύρισα και του είπα· «Αλλοίς, και πόσο
σκληρά ο Δίας ο βροντηχτής κατάτρεξε απαρχήθες
του Ατρέα το γόνο, κι αφορμή το θέλημα γυναίκας·
για την Ελένη μύριοι μας χαθήκαμε, κι εσένα
παγίδες, που έλειπες μακριά, σου έστηνε η Κλυταιμνήστρα.»
440         Είπα, κι εκείνος γύρισε κι ευτύς μου απολογήθη·
«Λοιπόν, ποτές σου μαλακός μην είσαι στη γυναίκα·
κι όλα που ξέρεις μην της λες, παρά μονάχα μέρος,
και τ' άλλα κράτα της κρυφά. Μα ως τόσο εσύ, Οδυσσέα,
απ' τη γυναίκα σου κακό να πάθης μη φοβάσαι·
445         γιατ' είναι εκείνη γνωστικιά, κι έχει μεγάλες χάρες,
η Πηνελόπη η φρόνιμη, του Ικάριου η θυγατέρα.
Νιόνυφη, αλήθεια, τότε εμείς την είχαμε αφησμένη,
που βγήκαμε στον πόλεμο, κι είχε μωρό στη ρώγα.
Τώρα κι αυτός θα κάθεται μαζί με τους μεγάλους·
450         καλότυχος, που σαν ερθή θα τόνε δη ο γονιός του,
κι αυτός θα σφίξη το γονιό θερμά στην αγκαλιά του.
Εμένα ως και το γιόκα μου δεν άφησε η δική μου
να τον χαρούν τα μάτια μου, μόν' έσβησέ με πρώτα.
Άλλο εγώ τώρα θα σου πω, και κράτα το στο νου σου·
455         κρυφά, κι όχι ολοφάνερα στη φίλη σου πατρίδα
ν' αράξης, γιατί χάθηκε πια η πίστη απ' τις γυναίκες.
Μα τώρα πες μου ξάστερα και ξήγα μου κι ετούτο·
αν τάχα ακούτε ζωντανός πως είναι ακόμη ο γιός μου,
ή στον Ορχομενό, ή μπορεί στην αμμουδάτη Πύλο,
460         ή και στη Σπάρτη την πλατειά, κοντά στου Μενελάου,
τι ακόμα δεν τον είδε η γης νεκρό τον ώριο Ορέστη.»
Αυτά είπε· κι εγώ γύρισα κι απολογήθηκά του·
«Τού Ατρέα γιέ, τι με ρωτάς ; δεν ξέρω ά ζή ο Ορέστης,
ή αν πέθανε, κι είναι κακό τ' ανώφελα να λέμε.»
465         Με τέτοια λόγια θλιβερά μιλούσαμ' ο ένας του άλλου,
βαριόκαρδοι, και χύναμε τα δάκρυα ποτάμι.
Και τότε πρόβαλε η ψυχή του Αχιλλέα μπροστά μου,
κι ο Πάτροκλος κι ο δοξαστός Αρχίλοχος μαζί του,
κι ο Αίαντας, που στο κορμί ήταν πρώτος και στην όψη
470         από τους άλλους Δαναούς, εξόν τον Αχιλλέα.
Και του γοργόποδου η ψυχή γιού του Πηλέα που μ' είδε,
με γνώρισε, και κλαίγοντας αυτά τα λόγια μου είπε·
«Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
τι κάμωμα πιο φοβερό θα σοφιστής ακόμα ;
475         Πώς κότησες να κατεβής στον Άδη που φωλιάζουν
κούφιοι νεκροί φαντάσματα θνητών αποσταμένων ;»


Αυτά είπε, κι εγώ γύρισα κι απολογήθηκά του·
«Ώ πρώτε μες στους Αχαιούς, γιέ του Πηλέα, Αχιλλέα,
τον Τειρεσία ήρθα να βρω, τη γνώμη του ν' ακούσω,
480         πως πίσω στο πετρόσπαρτο το Θιάκι θα γυρίσω·
τι ακόμα γης Αχαϊκή δε σίμωσα, και μήτε
χώμα πατρίδας πάτησα, μόνε όλο τυραννιέμαι,
Μα σαν κι εσέ μακαριστός, ώ Αχιλλέα, δε βγήκε
στα περασμένα άλλος κανείς, μήτε θα βγη κατόπι·
485         γιατί σα θεό και ζωντανό οι Αργίτες σε τιμούσαν,
και τώρα μέγας και τρανός στους πεθαμένους είσαι·
για δαύτο πως απέθανες μη θλίβεσαι, Αχιλλέα.»
Κι αυτός μου απολογήθηκε· «Περίλαμπρε Οδυσσέα,
το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνης.
Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου
490         μικρού, με δίχως βιός πολύ, παρά στον Άδη να είμαι,
και βασιλέας να λέγουμαι των πεθαμένων όλων.
Ως τόσο για τον άξιο μου το γιό δυό λόγια πες μου,
ά βγήκε αυτός στον πόλεμο πρώτος για να 'ναι, ή όχι.
Και δώσ' μου του αψεγάδιαστου Πηλέα μαντάτα, αν έχης·
495         ακόμα τάχα τον τιμάει ο λαός τώ Μυρμιδόνων,
ή καταφρόνια γίνηκε της Φτίας και της Ελλάδας,
τώρα που χεροπόδαρα τα γερατειά τον πιάσαν.
Τί πια δεν του είμαι εγώ βοηθός μέσα στο φως του ήλιου,
τέτοιος σαν που ήμουν μιά φορά στη διάπλατη Τρωάδα,
500         που έκοβα πλήθος λεβεντιά βοηθώντας τους Αργίτες.
Τέτοιος για λίγο αν πήγαινα στου κύρη το παλάτι,
τρομάρα θα τους έδιναν τα ηρωϊκά μου χέρια,
τους όσους τον οχτρεύουνται και τις τιμές του αρπάνε.»
                Αυτά ειπε, κι εγώ γύρισα κι απολογήθηκά του·
505         «Μαντάτα του αψεγάδιαστου Πηλέα δεν κατέχω·
όμως για το Νεοπτόλεμο, το γιό τον ακριβό σου,
όλη, καθώς μου γύρεψες, θα μάθης την αλήθεια.
Ίδιος μου εγώ με το γερτό τον έφερα καράβι,
από τη Σκύρο στους Αχαιούς τους καλοποδεμένους.
510         Και σύναξη σαν είχαμε στης Τροίας τη χώρα αντίκρυ,
πάντα μιλούσε πρώτα αυτός, κι αστόχαστα δε λάλει·
μόνε ο ισόθεος Νέστορας κι εγώ περνούσαμέ τον.
Και πόλεμο σα βγαίναμε στον κάμπο της Τρωάδας,
με το σωρό δεν έμνησκε και με τ' ασκέρι εκείνος,
515         μόν' έτρεχε, και στην αντρειά δεν άφηνε άλλον πρώτο·
πολλούς λεβέντες χάλναγε στη φοβερή τη μάχη.
Δε θα μπορούσα να τους πω και να τους νοματίσω,
τους όσους αυτός χάλασε βοηθώντας τους Αργίτες,
θα πω όμως τον Ευρύπυλο, το γόνο του Τηλέφου,
520         με τους Κητειώτες φίλους του που γύρω του σφαζόνταν,
κι αιτία τα δώρα στάθηκαν που μιά γυναίκα πήρε.
Δεύτερο από το Μέμνονα τόσο όμορφο δεν είδα.
Και στ' άλογο σαν μπήκαμε των Αργιτών οι πρώτοι,
που το μαστόρεψε ο Επειός, κι εγώ μονάχος είχα
525         την εξουσία ν' ανοιγοκλειώ το στέριο του κρυψώνα,
τότες οι άλλοι των Δαναών αρχόντοι και ρηγάδες
σφουγγίζανε τα δάκρυα και τρέμαν από φόβο,
μα εκείνου τ' ώριο πρόσωπο ποτές χλωμό δεν τό ειδα,
και μήτε από τα μάγουλα σφούγγισ' εκείνος δάκρυα·
530         μόνε από μέσα να ριχτή θερμά παρακαλούσε,
τη σπάθα του όλο πιάνοντας και το βαρύ κοντάρι,
και μελετώντας φοβερό κακό στους Τρωαδίτες.
Μα σάνε διαγουμίσαμε τη χώρα του Πριάμου,
μπήκε με το μερίδιο του στο πλοίο και μ' ώρια δώρα,
535         αλάβωτος, τι χάλκινο κοντάρι δεν τον πήρε,
απομακρόθε ή και κοντά, σαν που συχνά τυχαίνει
στον πόλεμο που ανάκατα λυσσομανάει ο Άρης.»
Είπα, και του γοργόποδου η ψυχή του Αχιλλέα
στον κάμπο με τ' ασφόδελα κίνησε δρασκελώντας,
540         όλη χαρά, που αγρίκησε τις δόξες του παιδιού του.
Μα οι άλλες εκεί στέκανε οι ψυχές των πεθαμένων,
θλιμμένες, και τον πόνο της η καθεμιά ρωτούσε.
Μονε η ψυχή του Αίαντα, του γιού του Τελαμώνα,
στεκότανε παράμερα, μ' εμένα χολιασμένη,
545         που νίκησα στα πλοία κοντά στην κρίση που είχε στήσει
για του Αχιλλέα τ' άρματα η σεβαστή του η μάνα,
[ κι οι Τρωαδίτες κρίνανε μαζί με την Παλλάδα ].
Μακάρι να μην κέρδιζα, τότες, τέτοιο βραβείο,
τι εκείνα τ' άρματα έχωσαν στη γης τέτοιο λεβέντη,
550         τον Αίαντα, που σ' ομορφιά και σ' έργα ξεπερνούσε
τους άλλους Δαναούς, εξόν το δοξαστό Αχιλλέα.
Σ' εκείνον τότες δυό γλυκά γύρισα κι είπα λόγια·
«Αίαντα, του μεγάλου γιέ του Τελαμώνα, αλήθεια,
μήτε νεκρός δε μου έμελλες το χόλιασμα ν' αφήσης
555         για τ' άρματα που κέρδισα, τ' αναθεματισμένα ;
Για το κακό των Αργιτών οι θεοί τα κάμαν όλα,
και τέτοιον πύργο χάσαμε· κι όλοι θρηνούμε τώρα
οι Δαναοί κι εσένανε με του Πηλέα το γόνο·
μα άλλος δεν είναι αφορμή παρά ο Δίας μονάχος,
560         που φοβερά τώ Δαναών τ' αρματωμένα ασκέρια
οχτρεύτηκε, και σου όρισε τη μοίρα του θανάτου.
Μα έλα, αφέντη, κι άκουσε τα λόγια που σου κρένω,
και δάμασε τη μάνητα της ηρωϊκιάς ψυχής σου.»
                Είπα, κι αυτός απάντηση δε μου 'δωκε, μόν' πήγε
                Έρεβος με τις ψυχές των άλλων πεθαμένων.
565         Και πάλε ίσως θα μίλειε μου, κι ας ήταν χολωμένος,
ή εγώ θα του μιλούσα, μα η καρδιά μου μες στα στήθια
να δη ποθούσε τις ψυχές κι άλλων νεκρών ακόμα.
Κι είδα το Μίνωα, το λαμπρό του Δία το γιό, που κράτα
χρυσό ραβδί, και κάθονταν κριτής των πεθαμένων·
570         άλλοι όρθιοι κι άλλοι καθιστοί μπροστά στο βασιλέα
μες στου Άδη του πλατύθυρου κρινόνταν τα παλάτια.
Κατόπι τον Ωρίωνα ξάνοιξα το γιγάντιο,
στον κάμπο των ασφόδελων τ' αγρίμια να σωριάζη
που απάνω στα έρημα βουνά τα 'χε σκοτώσει ο ίδιος,
575         ράβδα στα χέρια ολόχαλκη κι ανέσπαστη κρατώντας.
Και τον Τιτυό είδα, της Γής της δοξασμένης θρέμμα,
που απάς στο χώμα κοίτουνταν και σκέπαζε εννιά πλέθρα·
δυό αγιούπες απ' τα δυό πλευρά του τρώγαν το συκώτι,
μέσ' απ' τη σκέπη μπαίνοντας· δεν μπόρειε να τους διώξη,
580         τι είχε πειράξει τη Λητώ, την ακριβή του Δία,
τον Πανοπέα σα διάβηκε να πάη προς την Πυθώνα.
Κι ακόμα είδα τον Τάνταλο, βαριά τυραννισμένο·
ως το πηγούνι στέκονταν μες στα νερά της λίμνης,
διψούσε, και μήτε σταλιά να πάρη δε δυνόταν·
585         μόνε, άμα ο γέρος έσκυβε να πιή να ξεδιψάση,
κάτου ρουφιόταν το νερό κι έφευγε, και στα πόδια
γύρω φαινόταν μαύρη γης, ξερόκαυτη απ' τη μοίρα.
Και δέντρα αψηλοφύλλωτα κρεμούσαν τον καρπό τους,
ροϊδιές, αφράτες απιδιές, μηλιές καλοκαρπούσες,
590         συκιές μελόγλυκες, κι ελιές φουντόκλωνες κι ανθάτες·
κι άμ' άπλωνε τα χέρια του καρπό να κόψη ο γέρος,
οι ανέμοι παίρναν τα δεντρά στώ συννεφιών τους ίσκιους.
Κι ακόμα είδα το Σίσυφο φριχτά βασανισμένο·
κοτρώνα αυτός θεόρατη και με τα δυό βαστούσε,
595         και στυλωμένος έσπρωχνε, με πόδια και με χέρια,
την πέτρα απάνω στο βουνό· κι ότι έκανε να φτάση,
και να περάση απ' την κορφή, τον έπαιρνε το βάρος
και προς τον κάμπο ανήλεη κατρακυλούσε η πέτρα.
Κι αυτός πάλι έσπρωχνε βαριά, και το κορμί του ο ίδρος
600         περέχυνε, και σκέπαζε την κεφαλή του η σκόνη.
Κι είδα το δυνατό Ηρακλή, και μόνο φάντασμα ήταν,
τι ατός του ζή και χαίρεται με τους θεούς του Ολύμπου,
και τον κερνά η ωριόφτερνη στα φαγοπότια του Ήβη,
του Δία η κόρη του τρανού και της πανώριας Ήρας.
605         Όλ' οι νεκροί τριγύρω του χουγιάζανε σαν όρνια,
που τρομασμένα φεύγανε· κι αυτός σα νύχτα μαύρη
με το δοξάρι του γυμνό, στην κόρδα τη σαγίτα,
αγριοκοιτούσε κι έτοιμος φαινότανε να ρίξη.
Λουρί χρυσό και τρομερό γύρω στα στήθια του είχε,
610         κι απάνω του έργα θάματα φαντάζαν δουλεμένα,
αρκούδες, αγριογούρουνα, φλογόματα λιοντάρια,
πολέμοι, μάχες, φονικά, και χαλασμός ανθρώπων.
Όποιος εκείνο το λουρί μαστόρεψε, ας μη θέλη
λουρί άλλο με την τέχνη του παρόμοιο να δουλέψη.
615         Μόλις μ' αγνάντεψε κι ευτύς με γνώρισε ποιός ήμουν,
και κλαίγοντας μου μίλησε με λόγια φτερωμένα·
«Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
κακή κι εσένα, ώ δύστυχε, σε κατατρέχει μοίρα,
αυτή που τράβηξα κι εγώ κάτω απ' το φως του ήλιου.
620         Τού Δία κι αν ήμουνα παιδί, μα αρίθμητα είχα πάθια,
γιατ' ήμουν δούλος σε άνθρωπο πολύ κατώτερό μου,
και αγώνες μου 'βαζε βαριούς, και μ' έστειλε να φέρω
το σκύλο κάποτε αποδώ, θαρρώντας πως δεν μπόρειε
άλλο βαρύτερο απ' αυτόν αγώνα να μου βάλη.
625         Τον πήρα και του ανέβασα το σκύλο από τον Άδη·
μα με βοήθησε ο Ερμής κι η Αθηνά η Παλλάδα.»
Αυτά σαν είπε, τράβηξε μες στου Άδη το λημέρι,
κι εγώ στον τόπο μου έμεινα να δω μην έρθη κι άλλος
απ' τους ηρώους που απέθαναν σε χρόνους περασμένους.
630         Και τους παλιούς θ' αντάμωνα τους άντρες που ποθούσα,
[ των θεών τα δοξαστά παιδιά, Θησέα και Πειρίθο ],
μα πλήθος άπειρο οι νεκροί συνάζονταν, και βγάζαν
άγριον αχό· κι εμένα ευτύς χλωμός με πήρε φόβος,
μην απ' τον Άδη η θεϊκιά μου στείλη η Περσεφόνη
635         της τερατόμορφης Γοργώς το φοβερό κεφάλι.
Στο πλοίο τότες κίνησα, και τώ συντρόφων είπα
ν' ανέβουν, τα πρυμόσκοινα να λύσουν κι αυτοί μέσα
μπήκαν, στους πάγκους κάθισαν, και το καράβι πήρε
του ποταμού του Ωκεανού το ρέμα κάτου, πρώτα
640

 Οι Θνητοί που πήγαν στον Άδη

·         Ο Οδυσσέας για να πάρει χρησμό από την ψυχή του μάντη Τειρεσία για το γυρισμό του στην Ιθάκη

·         Ο Ορφέας για να ζητήσει πίσω την αγαπημένη του Ευρυδίκη με όπλο τη λύρα του

·         Οι απεσταλμένοι του Περίανδρου για να μάθουν για τον κρυμμένο θησαυρό από τη γυναίκα του Μέλισσα

·         Ο Ηρακλής κατά τον 12ο άθλο που αφορούσε τον Κέρβερο

·         Ο Θησέας με το φίλο του Πειρίθου για να αρπάξουν την Περσεφόνη θέλοντας να παντρευτούν κόρες θεών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου