Αρχιμανδρίτης Παγκράτιος Μπομπόλης: << Ο γνήσιος πνευματικός πατέρας>>


Αφιέρωμα στον αρχιμανδρίτη Παγκράτιο Μπομπόλη από την Παλαιομάνινα, ο οποίος από την παιδική του ηλικία έδειξε την αγάπη του για τον Χριστό και χορηγούσε σε όλο τον κόσμο την αγάπη και την καλοσύνη!

Γράφει ο Γιώργος Π. Μπαμπάνης

Είχα την ιδιαίτερη τιμή και χαρά να γνωρίσω σε πολύ μικρή ηλικία τον αρχιμανδρίτη Παγκράτιο. Θυμάμαι ότι, όταν πήγαινα στο χωριό της μητέρας μου στην Παλαιομάνινα για να περάσω ένα μέρος των καλοκαιρινών μου διακοπών,  είχα την καλή τύχη να συναντώ σχεδόν  πάντα τον αρχιμανδρίτη, καθώς επισκεπτόταν τον παππού μου Βασίλη Μπομπόλη ο οποίος ήταν πρώτος ξάδερφος του αρχιμανδρίτη. Θυμάμαι ότι μόλις ερχόταν αντίκριζα ένα γεροντάκι ήρεμο, ήσυχο με μία αγγελική όψη. Θυμάμαι ότι κάθε φορά που τον συναντούσα μού πρόσφερε καραμέλες,  μία εικόνα και ένα μικρό σταυρό. Θυμάμαι που καθόταν και μάς έλεγε τις παραβολές του Χριστού και εμείς τον ακούγαμε με προσοχή. Θυμάμαι που μάς έλεγε δίκαιος είναι ο άνθρωπος που βοηθάει τον συνάνθρωπό του και… δεν γυρίζει ποτέ την πλάτη στον συνάνθρωπο για να ικανοποιήσει τις αρέσκειες του. Θυμάμαι που το πρόσωπο του έδειχνε μια γαλήνη, μιαν αγνότητα που σπάνια μπορεί κανείς  να την συναντήσει . Και όταν έφτανε η ώρα που έφευγε, προγραμματίζαμε να συναντηθούμε την επόμενη χρονιά…



Ο ιερομόναχος πατήρ Παγκράτιος , κατά κόσμο Γεώργιος Μπομπόλης, γεννήθηκε στην Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας το έτος 1920 από γονείς πτωχούς, αλλά ευσεβείς, τον Κωνσταντίνο Μπομπόλη και την Κωνσταντίνα Μπαμπάνη. Η μητέρα του είχε καταγωγή από το χωριό Αγράμπελο.

Στην παιδική του ηλικία έδειξε την αγάπη του για τον Χριστό και την Εκκλησία. Ολιγογράμματος, του Δημοτικού Σχολείου, βοηθούσε, σε αγροτικές εργασίες και με μεροκάματα σε διάφορες εργασίες,  την οικογένειά του. Πολλές φορές το μεροκάματο του το έδινε σε εκείνους που το είχαν ανάγκη, τους οποίους τους αγαπούσε και τους συμπονούσε τόσο, ώστε , όταν συνάντησε τσιγγάνες στο χωριό να ζητιανεύουν, τις κάλεσε και τις έφερε το μεσημέρι στο σπίτι του για φαγητό.

Κατετάγη στον Ελληνικό Στρατό και η θητεία του ήταν πολυετής και επίπονος, διότι συνέπεσε με τον εμφύλιο και πολλές φορές κινδύνευσε στις ορεινές περιοχές της Καστοριάς από βομβαρδισμούς, στερήσεις, κρύο, χιόνια κ.λπ. στα χιονισμένα βουνά της περιοχής, όπου γίνονταν  οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Με δάκρυα θυμόταν τις κακουχίες αυτού και των συναδέλφων του, τους οποίους εμψύχωνε με καλούς λόγους και το παράδειγμά του.  Μάλιστα σε μία υποχώρηση βρήκε στο δρόμο έναν στρατιώτη τραυματισμένο, τον οποίο οι άλλοι αφήσανε και φύγανε, αυτός όμως σαν καλός Σαμαρείτης τον φορτώθηκε στον ώμο του και με πολύ κόπο τον μετέφερε για περίθαλψη στο πλησιέστερο κέντρο. Μετά την θητεία του τον εφλόγιζε ο πόθος της αφιερώσεως στο Θεό και την Εκκλησία. Γι ΄αυτό, αφήνοντας γονείς και συγγενείς, πήγε στην Κερατέα Αττικής σε Μοναστήρι ( Παλαιοημερολογιτών), διότι άκουσε ότι εκεί είναι άνθρωποι όσιοι με αυστηρή καλογερική. Όμως μετά από λίγο διαπίστωσε ότι οι μοναχοί της γειτονικής Μονής δεν μιλούσανε, αλλά είχανε και έχθρα μεταξύ τους (διότι ανήκανε σε άλλη παράταξη!) . Έτσι, επειδή έβλεπε ότι η κατάσταση δεν ήταν καλή,  αποφάσισε να φύγει.


Ήρθε στην Ιερά μονή Μυρτιάς και έγινε μοναχός ασκούμενος στην υπακοή, εκτελώντας πρόθυμα τα διακονήματα, τα οποία  τού ανέθετε ο αυστηρός στους τρόπους ηγούμενος π. Ανδρέας Νασόπουλος.

Ακολούθησε η ώρα της Ιερωσύνης. Εξομολογήθηκε στον πατέρα Βενέδικτο Πειράκη, ο οποίος διέκρινε την καθαρότητα και τον πόθο του και τού πρότεινε να γίνει ιερέας. Ο Γέροντας δίσταζε προφασιζόμενος ότι δεν είναι έτοιμος και δεν έχει άμφια. Τότε ο φιλάνθρωπος π. Βενέδικτος πήρε από την ντουλάπα του μια καινούρια ιερατική στολή του, την έδωσε και τού είπε να την φορέσει. Υπάκουσε και μόλις φόρεσε τα άμφια ένιωσε να τον περιτυλίγει η θεία Χάρις και, όπως, έλεγε, ένιωσε μια χαρά και ένα μεγάλο θάρρος και είπε << θα γίνω ιερέας>>

Ο π. Βενέδικτος κανόνισε με τη Μητρόπολη και η χειροτονία σε διάκονο έγινε από τον μητροπολίτη Ιερόθεο στον Ιερό Ναό Αγίου Κωνσταντίνου Αγρινίου.

Αφού έγινε και ιερέας τοποθετήθηκε στην Ι. Μονή Ρόμβης και εφημέριος στα Σκλάβαινα με εντολή να εξυπηρετεί και τις ενορίες Βάτου, Περατιάς και Κανδύλας. Οι συνθήκες δύσκολες διότι δεν υπήρχε δρόμος για τη Μονή, αλλά εκείνο που τον κούραζε περισσότερο ήταν οι δύστροποι γεωκτηνοτρόφοι της περιοχής, που διεκδικούσαν τα κτήματα της Μονής και απειλούσαν το γέροντα να τον φονεύσουν. Ευτυχώς δόθηκε λύση από τον περιοδεύοντα τότε ιεροκήρυκα π. Παύλο Καρβέλη,  μετέπειτα μητροπολίτης Παραμυθιάς, ο οποίος μεσολάβησε στη Μητρόπολη και τον μετέθεσαν στο Δρυμό Βόνιτσας. Όταν ο π. Παύλος επέστρεψε στη Μυρτιά ως μητροπολίτης, ο γέροντας πήγαινε στη Μυρτιά και εξομολογούνταν σε αυτόν, όπου εκτός των ποιμαντικών του έργου που εξασκούσε με ζήλο ανέλαβε και το έργο  της ανέγερσης του Ι. Ναού, διότι το χωριό αυτό τότε ιδρύθηκε, διότι το παλαιό χωριό εγκαταλείφθηκε  λόγω κατολίσθησης.


Έβγαλε άδεια και άρχισε εράνους στην Αιτωλοακαρνανία και την Αθήνα. Έφευγε Δευτέρα και γυρνούσε Παρασκευή. Καταπονήθηκε επί χρόνια πεζοπορώντας στους εράνους,  αλλά τελικά πέτυχε να γίνει ένας μεγαλοπρεπής ναός. Πολύ βοήθησε σ΄ αυτό και ο μηχανικός Γεώργιος Αγγελόπουλος από Ιωάννινα. Παράλληλα ασκούσε την εξομολόγηση και τις ελεημοσύνες παντού, με επισκέψεις για παρηγοριά σε ασθενείς και θλιμμένους. Διέμενε στο λιθόκτιστο παλαιό κτίριο της Μονής, χωρίς φως και νερό, με την μητέρα του και την αδελφή του μοναχή Παρθένα. Αργότερα ήρθε και η Αικατερίνη Ζερβάκη (χήρα) που έγινε και αυτή μοναχή με το όνομα Αναστασία. Ανακαίνισε το παλαιό κτήριο, το Ναό, και έφτιαξε το νέο κτίριο, στο οποίο διέμεναν μέχρι την κοίμησή τους.

Δεν κρατούσε ποτέ χρήματα για τον εαυτό του. Τα έδινε πάντα στους φτωχούς. Πήγαιναν χήρες, ορφανά, ασθενείς  άνθρωποι που χάσανε τις περιουσίες τους και ζητούσαν βοήθεια από τον Γέροντα. Ήταν ανεκτικός και υπέμεινε με καρτερία τους πολλούς και μεγάλους πειρασμούς.

Το 1992 ύστερα από μία επίσκεψη (ενός κυρίου που είχε ως πνευματικό τον π. Παγκράτιο) στο Άγιο όρος,  επισκέφθηκε τον Άγιο Παίσιο και αυτός τον ρώτησε αν έχει πνευματικό και αυτός του είπε:  <<Ναι, έχω τον π. Παγκράτιο από το Δρυμό Βόνιτσας>> . Τότε ο π. Παίσιος του είπε: << Να ξέρατε τι χρυσάφι έχετε εκεί στην Αιτωλοακαρνανία και δεν το εκμεταλλεύσθε! ότι σας λέει να τον ακούτε>>.
Εκοιμήθη στις 15 Νοεμβρίου 2006.

Πηγές: Αρχιμανδρίτης Παγκράτιος Μπομπόλη, << Ο γνήσιος πνευματικός Πατέρας>>,  Αρχιμανδρίτης Παύλος Ντανάς.

Αναμνήσεις του παππού μου Δημήτρη Στεργίου για τον … Γιώργο Μπομπόλη


Προχθές επισκέφθηκα στο σπίτι του τον παππού μου Δημήτρη Στεργίου και τον ενημέρωσα σχετικά με την πρόθεση και επιθυμία να κάνω ένα αφιέρωμα στον αρχιμανδρίτη Παγκράτιο Μπομπόλη. Αντέδρασε στην αρχή χαρούμενα και με συνεχάρη για την πρωτοβουλία μου αυτή. Όμως στη συνέχεια διέκρινα ότι ζωντάνεψα πολλές θύμησές του για τον Παγκράτιο.
-Σε βλέπω απότομα να γίνεσαι σκεπτικός, παρατήρησα.
- Ο Γιώργος Μπομπόλης (έτσι τον ήξερα εγώ) μού έδινε την εντύπωση ότι ήταν ένα ήρεμο, γλυκό φως, που με συντρόφευσε όλα τα παιδικά μου χρόνια, μέχρι και το 1992, όταν, ύστερα από διακαή επιθυμία της συζύγου Νότας, πήγαμε μαζί με τον ανεψιό μου Μιχάλη Αποστόλου στο Ησυχαστήριό του στη Βόνιτσα και τον είδα, μαζί με την αδερφή του μοναχή, πια ως  έναν «άγιο», ένα γέροντα σεβάσμιο.
Με την οικογένεια του Γιώργου Μπομπόλη είμαστε γείτονες. Του θυμάμαι έντονα. Ήταν έναν ψιλόλιγνος  άνδρας, που με την πρώτη καμπάνα πήγαινε στην εκκλησία και κάθε μέρα (μόλις σχολούσε από τις δουλειές του) διάβαζα, μαζί με τον θρήσκο πατέρα του την Αγία Γραφή και άλλα βιβλία. Θυμάμαι, ότι τότε, μαθητής του Δημοτικού Σχολείου, στις αρχές της δεκαετίας του 1950,  ο ομιλών, ο Γιώργος και ο πατέρας μου αντάλλασσαν θρησκευτικά βιβλία. Μάλιστα θυμάμαι ότι, επειδή ο πατέρας μου ήταν επί δεκαετίες νωρίτερα (και προπολεμικά) συνδρομητής της χριστιανικής εφημερίδας «Ζωή», μόλις τη διάβαζε μού την έδινε να την πάω και στον Γιώργο, ο οποίος με περίμενε στα μικρά σκαλοπάτια του φτωχού σπιτιού του, ενώ η μητέρα του προσπαθούσε  να με φιλέψει πάντοτε κάτι (γλυκό του κουταλιού, πίτα κλπ).

Στη συνέχεια πήγα στο Γυμνάσιο και τότε μού είπε ο πατέρας μου ότι ο Γιώργος έφυγε, ακολουθώντας τον δρόμο που εκείνος ήθελε πολύ, το δρόμο του Θεού.
Το 1992, όπως προανέφερα, ύστερα από πολλές … δεκαετίες, επισκέφθηκα τον Γιώργο, μαζί με την οικογένειά μου ως πατέρα πια Παγκράτιο. Θυμάμαι πόση χαρά ένιωσε, όταν του είπα ότι είμαι … Δημητράκης, ο γιός του Λεωνίδα Στεργίου και της Λευτέρως (Ελευθερίας). Αμέσως, πήρε τα ιερά βιβλία, κι άρχισε να κάνει ένα είδος λειτουργίας με ευχές υπέρ της υγείας, ειρήνης, αγάπης και πίστης προς τον θεό. Θυμάμαι ότι με δυσκολία ήθελε να με αποχαιρετήσει. Τού θύμισα πολλά, μού θύμισε πολλά, ο άγιος Παγκράτιος




Σχόλια