Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Βασίλης Νάκας : Ο μεγάλος Βλάχος ποιητής της Παλαιομάνινας

Αφιέρωμα στον πολυτάλαντο συντοπίτη  μας, που, αν  τον είχε γνωρίσει κάποιος μεγάλος  εκδότης εκείνης  της εποχής, ίσως τα ποιήματα του να είχαν γίνει σήμερα…best seller και να διεκδικούσε την ίδια θέση με τον Ελληνόβλαχο Κώστα Κρυστάλλη και τον σατιρικό ποιητή Γιώργο Σουρή

 Γράφει ο Γιώργος Π. Μπαμπάνης

Ήταν ημέρα Σάββατο,

στις 10 του Απρίλη,

που η οχιά περίμενε

 να φάει το Βασίλη

Στο δρόμο που επήγαινα

άκουσα φασαρία,

μού είπανε πως έφαγε

και την Αθανασία*.

Τώρα που θα γίνω καλά

το ΄χω να βγω παγάνα

και δεν θα αφήσω αντρογαλιά
και της οχιάς τη μάνα.



*Αθανασία Ντανά

Το ποίημα αυτό βγήκε ως εξής:

Βοτάνιζε τα στάρια και εκεί που έβγαζε τη λαμψάνα ( άγριο χόρτο ) ήταν κουλουριασμένη η οχιά και τον τσίμπησε στο αριστερό του χέρι. Εκείνος έσκισε το πουκάμισο και έσφιξε το χέρι του σφιχτά ώστε να μην περάσει το δηλητήριο. Φεύγοντας, έπρεπε να πάει στο χωριό ώστε να τον δει ο γιατρός. Γιατρός ήταν ο Λαινιώτης που τον γνώριζαν όλα τα χωριά. Προτού μπει στο χωριό άκουσε μια φασαρία και ρώτησε τι είχε συμβεί χωρίς να ξέρουν ότι τον είχε τσιμπήσει η οχιά και του απάντησαν:

- Μπαρμπα Βασίλη η οχιά τσίμπησε την Αθανασία Ντανά.

-Πω πω! τι πράγμα ήταν αυτό, μαζί με εμένα; Και  έτσι έβγαλε το ποίημα.

Αυτό ήταν το πρώτο ποίημα του Βασίλη Νάκα που μού είχε πει ο πατέρας μου, όταν ήμουν μικρός και με έβαλε στη περιέργεια να ψάξω και να βρω και άλλα ποιήματά του. Έμεινα έκπληκτος όταν βρήκα ένα μέρος της συλλογής του και πόσο μάλλον, όταν άκουσα ιστορίες να μού διηγούνται για τον πολυτάλαντο  Παλαιομανιώτη ποιητή  ο γιός του Γιάννης Νάκας, ο πατέρας μου και οι  παππού​δες​ μου Αριστοτέλης Στεργίου, Δημήτρης Στεργίου και Βασίλης Μπομπόλης.

Ο Βασίλης Νάκας γεννήθηκε το 1910 και απεβίωσε στις 26 Μαϊου του 1991 σε ηλικία 80 ετών και από τότε έπαψε αυτή η ευγενική ψυχή να φτιάχνει στιχάκια και να τα αφιερώνει στον κόσμο. Μπορεί να μην τον γνώρισε όλη η Ελλάδα για το ταλέντο του, για την καλοσύνη του, για την αρχοντική ευγένειά του, για το πηγαίο χιούμορ του, αλλά για τα Βλαχοχώρια το έργο του θα μείνει χαραγμένο βαθιά στις μνήμες μας , διότι είναι ένας θησαυρός ανεκτίμητος,  ο οποίος δεν πρέπει να είναι θαμμένος, αλλά χαραγμένος στη συνείδησή μας.
 Ήταν γιος του Μήτρου Νάκα ή πάππου Ιάϊα. Υπήρξε ένας πολύ σπουδαίος ποιητής (πολλοί στίχοι του ή ποιήματα δεν ήταν στα βλάχικα, όπως και του Κρυστάλλη!), αλλά και πολύ ταλαντούχος θεατρίνος. Με καμώματα, με ναζιάρικες κινήσεις και με διάφορες φιγούρες. Αδικήθηκε. Ποτέ δεν αξιοποιήθηκε το τεράστιο ταλέντο του για να ενταχθεί στο μεγάλο κατάλογο των διακεκριμένων ποιητών και να γίνει ένας σύγχρονος Κώστας Κρυστάλλης (Ελληνόβλαχος  κι αυτός). Τα δύσκολα χρόνια, η απομόνωση τα χρόνια εκείνα του χωριού από τα πολιτιστικά κέντρα, η  ατυχία του να μην προσεχθεί ο πηγαίος στίχος του από ντόπιες και άλλες προσωπικότητες, είχαν ως αποτέλεσμα να χαθεί ένα τεράστιο ποιητικό, και όχι μόνο, ταλέντο.

1922: Στο Δημοτικό σχολείο Παλαιομάνινας

Το 1922, ο μικρός τότε Βασίλης Νάκας έβγαζε το δημοτικό σχολείο της Παλαιομάνινας. Εκεί συναντήθηκε ο πρώτος του ξάδερφος Αποστόλης Νάκας με το δάσκαλό του Πρέζα. Ο δάσκαλος βλέποντας το κοφτερό μυαλό που είχε τότε ο μικρός Βασίλης του λέει. << Αποστόλη, να πεις στο πατέρα του τον Μήτρο να πάρει το Βασίλη και να τον πετάξει απέναντι από τον ποταμό Αχελώο και να τον αφήσει … εκεί, διότι δεν είναι για εδώ αυτό το παιδί…>>.

Αυτά τα λόγια του δασκάλου έμελλε να γίνουν πραγματικότητα, αφού πράγματι ο Βασίλης Νάκας τον δικαίωσε, στο πέρασμα των χρόνων ,με το μεγάλο του ταλέντο που είχε όχι μόνο στο να φτιάχνει ποιήματα, αλλά στην ηθοποιία και στο τραγούδι. Καταλαβαίνετε ότι ήταν ένα φαινόμενο - ιερό τέρας εκείνη της εποχής, που αν είχε περάσει όπως είχε πε​ι​ ο δ​ά​σκαλός του το ποτάμι ίσως να τον γνώριζε αρκετός κόσμος σήμερα και ​να ​είχε γίνει μεγάλος ποιητής.

Ο ποιητής Βασίλης Νάκας

Τα ποιήματά του περιείχαν προσωπικά βιώματα ,πατριωτικά, σατιρικά, πολιτικά στοιχεία. Τα  ποιήματα ίσως να ήταν το αποκορύφωμα στη ζωή του. Ένα χάρισμα το οποίο το εκμεταλλεύτηκε από την καλή πλευρά και έκανε τον κόσμο να τον αγαπήσει, αλλά και να τον παροτρύνει να φτιάξει και για εκείνους ένα στιχάκι , ένα στιχάκι από τη ψυχή του και για το πώς έβλεπε τον καθένα ανάλογα με τις καταστάσεις και την προσωπικότητά του. Και με αυτήν την ευκαιρία σας παρουσιάζω μερικά ποιήματά του.

Και πρώτα, μια χαρακτηριστική σκηνή με το γιό του, τον Γιάννη,  μετά από μια περίεργη βραδιά με το κοπάδι του. Ρωτάει , λοιπόν, ο γιός του Γιάννης Νάκας τον πατέρα του Βασίλη Νάκα:

-      Πατέρα πως πέρασες στα πρόβατα απόψε;

-      Ήταν μια κερατοβερνικωμένη βραδιά. Είχε βοριά και τα πρόβατα μού βγάλανε την πίστη. Δεν κάθονταν να βοσκήσουν στη καλαμιά και όλο κάνανε βόλτες στο δάσος. Μού βγάλανε τη πίστη. Και έτσι έβγαλε το ακόλουθο ποίημα:

Πόσα κρεβάτια άλλαξες

ετούτη τη βραδιά;

Πού νύσταξες, πού ακούμπησες;

σ ΄αυτή τη λαγκαδιά;

Στη λαγκαδιά ακούμπησα

προσκέφαλο λιθάρι,

πριν πάρουν τα χαράματα

ο ύπνος να με πάρει.

Στη λαγκαδιά ακούμπησα

και ο ύπνος δε με πήρε

και η πονηρή η αλεπού

τ’ αρνάκι μου το πήρε.

Στις 18 Οκτωβρίου του  1981, λόγω των εκλογών, ήταν συγκεντρωμένοι και ανακατεμένοι δεξιοί και αριστεροί  στην πλατεία του χωριού. Ο μπάρμπα Βασίλης ήταν στα πρόβατα και ο κόσμος είχε την αγωνία για τα αποτελέσματα  των εκλογών, αλλά ήθελαν να έχουν και δίπλα τους και τον αγαπημένο τους ποιητή. Κάποια στιγμή φώναζαν τα παιδιά από τα μπαλκόνια: έρχεται ο ποιητής. Και εκείνος έβγαλε το στιχάκι:

Τη Δευτέρα τη Δευτέρα

πώς ξημέρωσες πατέρα

με Ανδρέα πρωθυπουργό

σαράντα έξι τοις εκατό

Μετά από αυτό το ποίημα τον πιάσανε τα παιδιά στα χέρια και τον πήγανε στην πλατεία ζητωκραυγάζοντας.

Το 1940 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και ήταν στην πρώτη γραμμή. Πάνω στη μάχη και για να υψώσει το ηθικό των φαντάρων τους είπε το παρακάτω ποίημα:

​ Γκρεμπάλα, το ψηλό βουνό

με τα πολλά λιθάρια,

μάς έφαγες τον λοχαγό

κι όλα τα παλικάρια.

Σκοτώσανε τον λοχαγό,

αυτόν που λένε Κρανιά,

που κάθε πρωί εφώναζε

«εμπρός μωρές παιδιά».

Η Σούχα και το Λάμποβο

ιστορία θε να γράψουν,

στις χιονισμένες κορυφές

σιμά του Αργυροκάστρου.
Για ησυχάστε, βρε παιδιά,

μην τρέχετε λιγάκι

Γιατί είναι ο 10ος μπροστά

κάνει τρεις μέρες μάχη.

Αστράψαμε, βροντήσαμε,

φιλήσαμε τη νίκη,

μπήκαμε στο Αργυρόκαστρο

και μές ΄στο  Λιασκοβίκι

Στο έκτο φύλλο  (Ιανουάριος – Φεβρουάριος Μάρτιος 2011)  της εφημερίδας «Παλαιομάνινα», την οποία εξέδιδε η Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας και χρηματοδοτούσε εξολοκλήρου ο παππούς μου Δημήτρης Στεργίου δημοσιεύτηκε ένα αφιέρωμα στον Βασίλη Νάκα υπό τον  τίτλο «Ο ποιητής μας Βασίλης Νάκας για τον πρωτοφανή χιονιά του 1949», το οποίο υπογράφει ο Κώστας  Γ. Κουτσουμπίνας, το οποίο έχει ως εξής:

«Το 1949 ήταν μια σημαδιακή και δύστυχη βαρυχειμωνιά. Στην περιοχή μας χιόνιζε μέρα - νύχτα. Έτσι, και στο χωριό μας όλοι οι λόφοι, τα λιβάδια και οι λάκες ακόμα είχαν σκεπαστεί από πυκνό χιόνι. Τέτοια βαρυχειμωνιά και τέτοιο δριμύτατο ψύχος από ό,τι λέγανε οι παλαιοί συγχωριανοί μας  δεν είχαν ματαξαναδεί. Από παρόμοια θεομηνία δεν είχε μείνει ποτέ ακάλυπτος χώρος από χιόνι στην περιοχή μας. Κι έτσι προέκυψε πρόβλημα και για τη βοσκή των προβάτων. Ζωοτροφές δεν υπήρχαν, όπως ξερό τριφύλλι και βρώμη.  Τα πρόβατα ήταν κυρίως κλεισμένα μέρα – νύχτα στα μαντριά. Δεν μπορούσαν να ξεμυτίσουν από το φοβερό κρύο. Απλώς, για τροφές τα ξεγελούσανε με κλαριά βελανιδιάς, με ασφάκες τις οποίες, θυμάμαι, τινάζαμε με τις γκλίτσες από το χιόνι και πίσω έρχονταν τα λιγοστά πρόβατα που είχαν απομείνει για να τρώνε. Ας σημειωθεί ότι οι τροφές αυτές για τα πρόβατα ήταν ανεπιθύμητες.

Η κατάσταση ήταν απελπιστική. Κάθε μέρα που περνούσε, οι απώλειες των προβάτων ήταν καταστροφικές. Η στενοχώρια των κτηνοτρόφων ήταν απερίγραπτη που βλέπανε να χάνουν το βιός τους. Κλαίγανε με μαύρο δάκρυ, όταν αντίκριζαν αυτό το καταστροφικό φαινόμενο. Κάθε μέρα μάζευαν από το μαντρί 10 – 20 και περισσότερα νεκρά πρόβατα. Ο πατέρας του είχε στεναχωρηθεί πάρα πολύ με αυτό το γεγονός και ο μπάρμπας Βασίλης Νάκας, ο μεγάλος ποιητής μας, του είπε: μην στεναχωριέσαι πατέρα. Θα σου αγοράσω εγώ και πιο πολλά πρόβατα. Είδε το πατέρα του να γελάει και έτσι  έβγαλε τότε το ακόλουθο ποίημα για τον πατέρα του:

Μήτρου Νάκα, Μήτρου Νάκα,
φέτος πάτησες τη γάτα.
πάει η τσούλα και η κάλλη,
το γκεσέμι το καμάρι.
Πάει η λάγια, η καλή,
μέσ΄ το χιόνι παγωτή.
Φέτος δεν βελάζει αρνάδα,
ούτε αρνάδα, ούτε αρνί
στου γερο-Μήτρου το μαντρί.
Η καρδάρα κρεμασμένη
περιμένει να γιομίσει,
αλλά η λάγια έχει ψοφήσει»

Επίσης, στο ίδιο αφιέρωμα δημοσιεύτηκε ένα ποίημα του νέου ποιητή από την Παλαιομάνινα Χρήστου Σπ. Ζώγα για τον Βασίλη Νάκα, που έχει ως εξής:

Ποιος δεν θυμάται από μας
τον ποιητή Βασίλη Νάκα,
που στίχους έφτιαχνε μεμιάς
στο καφενέ, στη στράτα
(μεστούς, μ’ οστά και σάρκα.)

Φλέβ’ αμιγώς ποιητική,
χαρτί και πέννα το μυαλό του,
θυμοσοφία  λαϊκή,
λίγα χρόνια το σκολειό του.

Ήταν εκείνος ο σεμνός
ο τύπος ο μειλίχιος,
δεν ήταν ο Σικελιανός,
αλλά υπό άλλες συνθήκες ίσως.

Ας θυμηθούμε τις στιγμές
σε ώρα  απαγγελίας,
είναι απ’ τις αθιβολές*
τις πιο ευχάριστες που λες,
οποιασδήποτ’ ηλικίας.

* Διηγήσεις, αφηγήσεις, ιστορίες

Σημειώνεται η Εταιρεία Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας  διοργάνωσε τον Ιούλιο του 2003 ειδική εκδήλωση προς τιμήν του Βασίλη Νάκα στην κεντρική πλατεία της Παλαιομάνινας, με φωτογραφικό υλικό που παρουσιαζόταν σε γιγαντοοθόνη και πλούσια ηχητικά ντοκουμέντα από συνεντεύξεις και συζητήσεις με τον μεγάλο ποιητή. Βασικοί ομιλητές στην εκδήλωση αυτή ήταν ο παππούς μου Δημήτρης Στεργίου, πρόεδρος τότε της Εταιρείας Φίλων των Μνημείων της Παλαιομάνινας, και ο γιος του ποιητή Γιάννης Νάκας. Ο πρώτος ομιλητής παρουσίασε σχολιάζοντας και απαγγέλλοντας πολλά σατιρικά και πολιτικά πολύστιχα, ενώ ο Γιάννης Νάκας  διηγήθηκε συναρπαστικές ιστορίες  - γεγονότα για τον πατέρα του, που έγιναν ποιήματα. Μετά το πέρας της εκδήλωσης, παρατέθηκε εορταστικό δείπνο σε παρακείμενη ταβέρνα. Τότε, ο Γιάννης Νάκας παραχώρησε στον παππού μου Δημήτρη Στεργίου όλο το ποιητικό έργο (χειρόγραφα) του πατέρα του με σκοπό να κυκλοφορήσει σε βιβλίο με τη μορφή ποιητικής συλλογής. Αλλά, δυστυχώς,  εξαιτίας  της αποχώρησης του παππού μου από τη διοίκηση της Εταιρείας Φίλων της Παλαιομάνινας και της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε δεν  επετεύχθη ακόμα ο στόχος αυτός. Πάντως, χαρακτηριστικό της καλοσύνης και της αγάπης που του είχε ο κόσμος, πολλά χρόνια πριν  ο Πολιτιστικός Σύλλογος της Παλαιομάνινας << Σαυρία >> το 1991 είχε προγραμματίσει να πάνε εκδρομή στο Μέτσοβο μαζί με τον ποιητή. Αντί αυτού όμως έμαθαν ότι ο μπάρμπα Βασίλης  απεβίωσε και έφυγαν από το σταθμό Λαρίσης με προορισμό το χωριό, ώστε να παραστούν στην κηδεία του.

Ο καλλιτέχνης Βασίλης Νάκας

Διακρίνονται από αριστερά: Μπάμπης Κέκος, Μαρία Κέκου, Δημήτρης Στεργίου, Ελένη Κουτσομπίνα (κοιτάζει τον Δημήτρη Στεργίου, Βασιλική Κέκου, Αλεξάνδρα Κουτσομπίνα (αδερφή της Ελένης), Κώστας Κουτσουμπίνας, ο ποιητής Βασίλης Νάκας και ο Αριστοτέλης Στεργίου

Από την έντονη «καλλιτεχνική» δραστηριότητα του Βασίλη Νάκα  στο χωριό αναφέρουμε  μερικά χαρακτηριστικά γεγονότα, όπου πρωταγωνιστούσε:
Το 1955, το 1956 και το 1957 στο δημοτικό σχολείο της Παλαιομάνινας και του Στρογγυλοβουνίου , ύστερα από πρωτοβουλίες των γυμνασιόπαιδων της εποχής ανέβηκε στη σκηνή το δραματικό ειδύλλιο «Γκόλφω» του Σπυρίδωνος  Περεσιάδη, το οποίο είχε γράφει το 1893 και το οποίο λίγο πριν είχε μεταφερθεί στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές τους Νίκο Καρζή (Τάσος), Αντιγόνη Βαλάκου (Γκόλφω) και Μίμη Φωτόπουλο (Γιάννος) και άλλους.  Τότε, ερχόταν στο χωριό και κινητός κινηματογράφος, που πρόβαλλε παρεμφερείς βουκολικές ταινίες, όπως το βουκολικό ειδύλλιο «Αστέρω» ή το ποιμενικό «Ο  αγαπητικός της βοσκοπούλας» του Δημητρίου Κορομηλά, που το έγραψε 1911 ή το επίσης δραματικό ειδύλλιο «Μαρία η Πενταγιώτισσα».  Η «σκηνή» στηνόταν στο Δημοτικό Σχολείο, το παραδοσιακό κτίριο του Συγγρού, από μαραγκούς και οι «ηθοποιοί» ήταν νέοι 18 μέχρι 20 ετών. Και μια λεπτομέρεια: τους γυναικείους ρόλους έπαιζαν … άνδρες, διότι καμιά κοπέλα δεν ήθελε, δεν τολμούσε, και δεν θέλει ή δεν τολμά και σήμερα να παίζει σε θέατρο! Όπως μού είπαν, πρωταγωνιστές στο έργο αυτό ήταν ο Αριστοτέλης Στεργίου, ο Γιώργος Σπανός, ο Νίκος Κοντογιάννης, Σπύρος Γ. Νάκας, Γεώργιος Σπανός, Σπύρος Κωσταρέλλος, Φώτης Κουτσουμπίνας και άλλοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον κωμικό ρόλο του Γιάννου, που είχε στον κινηματογράφο ο Μίμης Φωτόπουλος, τον έπαιζε ο Βασίλης Νάκας, ο οποίος συνεχώς αυτοσχεδίαζε και ξεσήκωνε  τους θεατές με την άφθαστη υποκριτική του. Σημειώνεται ότι τα χρήματα από την παράσταση πηγαίνανε στους άπορους.
Το Πάσχα του  1966, όπως μού είπε ο παππούς μου Δημήτρης Στεργίου, όλως τυχαία και αυθόρμητα έγινε μια εκδήλωση στον άνετο χώρο μπροστά από το σπίτι του Μπάμπη Κέκου και του Γρηγόρη Κέκου, όπου ψήνονταν τα αρνιά στη σούβλα. Ο παππούς μου ήταν πτυχιούχος του Πανεπιστημίου και είχε κατέβει στο χωριό για να γιορτάσει το Πάσχα με την οικογένειά του. Εκεί «σκηνοθέτησε μια  «γιορτή» με θέμα από την καθημερινή ζωή των προγόνων μας και με «πρωταγωνιστές» συγχωριανούς μας, όπως ο Κώστας Κουτσομπίνας, ο Μπάμπης Κέκος, ο ποιητής Βασίλης Νάκας, ο Χρήστος Νάνος και άλλοι.Τότε «ανέβηκε»  στο κέντρο του χωριού και ακριβώς απέναντι από το αρχοντικό του Κουτσομπίνα, ένα παραδοσιακό «θεατρικό έργο»! 
 Έτσι, ο παππούς μου φόρεσε μπουραζάνα και σε ένα παραδοσιακό μάλλινο ταγάρι έβαλε ξύλινες κουτάλες, ξύλινα κουτάλια και πιρούνια για να παίξει το ρόλο του παππού του Ντόνα Στε (Αντώνιος  Στεργίου), που πέρα από βοσκός ήταν και δεινός ξυλογλύπτης. Ο Κώστας Κουτσουμπίνας φόρεσε κι αυτός μπουραζάνα και μέσα σε ένα παραδοσιακό ταγάρι έβαλε δύο κότες για να παίξει το ρόλο του παππού του Μάντζιου (Κώστα Κουτσουμπίνα), ο οποίος ήταν … κλεφτοκοτάς και πήγαινε τις κλεμμένες κότες σε ένα παραπόταμο του Αχελώου (Άπα τσα Λάϊα =μαύρο νερό) όπου τις έσφαζε και τις έπλυνε. Ο Μπάμπης Κέκος ντύθηκε φουστανελάς και έπαιζε τον ρόλο του άρχοντα! Από την πρώτη στιγμή το αυτοσχέδιο σκετς εξελίχθηκε σε θεατρικό έργο με έντονους διαλόγους  με τον Μάντζιο. Κάποια στιγμή, η γκλίτσα του Ντόνα χτύπησε το ταγάρι του Μάντζιου και πετάχτηκε η … κότα, ενώ ο Μάντζιος προσπαθούσε να την πιάσει βρίζοντας και φωνάζοντας. Σε αυτό τον χαμό μπήκε και ο Χρήστος Νάνος, ο οποίος άρχισε τα γνωστά δικά του.  Όλα αυτά τα άκουσε ο Βασίλης Νάκας, ο οποίος ήταν εκεί κοντά, στο σπίτι του, στην αυλή του, όπου έψηνε το αρνί του. Το παράτησε και  μπήκε κι αυτός στον όμιλο των θεατρίνων με  στιχάκια, με κινήσεις, μορφασμούς και  χορό, που ξεσήκωσαν όλο το χωριό και όλοι έρχονταν γρήγορα να γεμίσουν  το χώρο όπου γινόταν η απίστευτη σε επιτυχία αυτή εκδήλωση, η οποία συνεχίστηκε επί ώρες με παραδοσιακούς χορούς και τραγούδια. Στιγμιότυπο από την εκδήλωση αυτή είναι και η παρατιθέμενη φωτογραφία.

Επίσης, ο Βασίλης Νάκας  είχε ταλέντο στο χορό και συγκεκριμένα γνώριζε όλα τα είδη χορών, τα οποία, με τα σκέρτσα του, προκαλούσαν άφθονο γέλιο.  Χαρακτηριστικά μού είπαν ότι σε ένα πανηγύρι είχε χορέψει τα καβουράκια με μία γυναίκα 45 ετών και έκανε αναπαράσταση του τραγουδιού εκείνος ως κάβουρας και η ντάμα του ως καβουρίνα.

Σε ένα πανηγύρι στο χωριό Πεντάλοφο, ενώ χόρευαν και ήταν και εκείνος στο χορό σε κάποια στιγμή απομακρύνθηκε  χορεύοντας, προκαλώντας την απορία των παρισταμένων. Όπως, κάποια στιγμή εμφανίστηκε πάλι χορεύοντας και μπήκε στο χορό και όλος ο κόσμος μαζί με τους φίλους του που ήξεραν ότι θα το έκανε ξεκαρδίστηκαν στα γέλια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου